ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Αγρολάμπος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εναν νέο διπλωματικό μαραθώνιο έχει να διανύσει η Ελλάδα έως τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. τον Μάρτιο, ενώ η Τουρκία κινείται μεθοδικά ώστε να ανοίξει η θετική ατζέντα και να βγει από το τραπέζι η συζήτηση για κυρώσεις. Η επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών στις 25 Ιανουαρίου δίνει στην Αγκυρα το βασικό επιχείρημα που χρειαζόταν προκειμένου να ζητήσει την αναθέρμανση των ευρω-τουρκικών σχέσεων, όπως και η επικείμενη έναρξη των άτυπων συνομιλιών για το Κυπριακό, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Ερντογάν δεν έχει αλλάξει ούτε λέξη στην απειλητική και εκβιαστική πολιτική της έναντι της Αθήνας και της Λευκωσίας.

Ο 61ος κύκλος των διερευνητικών συνομιλιών, αν και η Αθήνα επιμένει ότι αρχίζει από το σημείο που είχε κλείσει ο 60ός τον Μάρτιο του 2016, έχει νέα αφετηρία καθώς η Αγκυρα δηλώνει προς πάσα κατεύθυνση ότι με τις μονομερείς ενέργειες του περασμένου εξαμήνου έχει διαμορφώσει τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο και, στην περίπτωση που πέσουν εκ νέου στο τραπέζι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου οι προτάσεις κυρώσεων, δεν θα διστάσει να ξαναβγάλει τα ερευνητικά και γεωτρητικά σκάφη με τη συνοδεία πολεμικών πλοίων, όπως είπε χωρίς περιστροφές στους πρέσβεις των χωρών της Ε.Ε. ο Μ. Τσαβούσογλου.

Ουσιαστικά το διπλωματικό σχήμα που χρησιμοποίησε ο Τούρκος υπουργός σημαίνει ότι όσο καιρό διαρκούν οι διερευνητικές Ελλάδας-Τουρκίας δεν θα πρέπει να γίνει κουβέντα για κυρώσεις και στην περίπτωση που οι διερευνητικές διακοπούν η Τουρκία θα γυρίσει στις μονομερείς ενέργειες. Στις δηλώσεις Τσαβούσογλου αλλά και στην ομιλία Ερντογάν προς τους πρέσβεις της Ε.Ε. δεν υπήρξε καμία αντίδραση από τις Βρυξέλλες.

Χωρίς το εργαλείο των κυρώσεων στο ευρωπαϊκό τραπέζι η Αθήνα είναι αναγκασμένη να παρακολουθεί στην εναρκτήρια φάση των διερευνητικών συνομιλιών ακόμα και τους πιο ακραίους ισχυρισμούς της Αγκυρας, για να μη χρεωθεί ένα πρόωρο ναυάγιο.

Αυτή η κατάσταση ευνοεί την τουρκική πλευρά και τις ευρωπαϊκές χώρες που έχουν αναγάγει σε στρατηγικό εταίρο τον Τ. Ερντογάν και αυξάνει δραματικά την πίεση προς την Ελλάδα και την Κύπρο ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μαρτίου. Εάν η φοβερή προθυμία της Τουρκίας για διάλογο αποδειχτεί προσχηματική στο τραπέζι των διερευνητικών συνομιλιών με αξιώσεις εκτός διεθνούς πλαισίου και κάθε έννοιας καλής γειτονίας, τότε η Αθήνα θα βρεθεί σε νέο μεγαλύτερο δίλημμα, να τα σπάσει και με την Τουρκία και με τις χώρες της Ε.Ε. που την υποστηρίζουν και να μπλοκάρει τη θετική ατζέντα ή να τη συνδέσει διά μέσου ενός οδικού χάρτη με την πορεία των συνομιλιών.

Τις συνθήκες που διαμορφώνονται με την επανεκκίνηση των διερευνητικών συζήτησε χθες ο υπουργός Εξωτερικών Ν. Δένδιας με τον Ιταλό ομόλογό του Λ. Ντι Μάιο και στη συνέχεια με τον Πορτογάλο Α. Σ. Σίλβα. Στις δηλώσεις που έκανε στη Ρώμη ο Ελληνας υπουργός δεν έκρυψε τις επιφυλάξεις του αναφορικά με τις επιδιώξεις της Τουρκίας αλλά και την ενόχληση της Ελλάδας για τη στάση που έχει τηρήσει έως τώρα η Ιταλία στο θέμα των κυρώσεων.

Στη συνάντηση, όπως τόνισε ο Ν. Δένδιας, συζητήθηκαν και «ευρύτερα θέματα της περιοχής, η τουρκική προκλητικότητα και η ευρύτερη τουρκική συμπεριφορά στην Ανατολική Μεσόγειο και ακόμη τα ζητήματα που αφορούν τη Λιβύη και τον Eastmed». Τόνισε δε ότι κατέστησε σαφές πως, «παρότι σεβόμαστε την απόφασή τους και τη στάση τους, η ελληνική πλευρά θα επιθυμούσε μια ισχυρότερη ιταλική στήριξη στο θέμα των κυρώσεων». Πιο εγκάρδιο ήταν το κλίμα στη συνάντηση του Ν. Δένδια με τον Α. Σ. Σίλβα, ο οποίος ασκεί καθήκοντα προεδρεύοντος στο Συμβούλιο Εξωτερικών της Ε.Ε. το τρέχον εξάμηνο.

Από την πλευρά του το υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας χαιρέτισε την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών Ελλάδας-Τουρκίας, πάντως η εκπρόσωπος Μ. Αντεμπαρ απέφυγε ακόμα και τη διατύπωση προσδοκίας για το αποτέλεσμα λέγοντας ότι «είναι υπόθεση των δύο πλευρών να ενημερώσουν για τα θέματα των συνομιλιών και να τα προσδιορίσουν και δεν θα βοηθούσε καμία πρόβλεψη τρίτων». Σύμφωνα με το Βερολίνο «το θέμα είναι να αποκατασταθεί πρώτα η χαμένη εμπιστοσύνη και μετά να ξεκινήσει ένας εποικοδομητικός και προσανατολισμένος στο αποτέλεσμα διάλογος».