ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αριστείδης Κυριαζής*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Tα Χριστούγεννα του ’20 η πεντάχρονη εγγονή μου, η Αρτεμις, με ρώτησε τι είναι τα καλικαντζαρέλια και της απάντησα: Στις 23 Δεκεμβρίου 1961, μαθητής της τρίτης τάξης του Γυμνασίου Καλλονής Λέσβου, μόλις πήρα τον έλεγχο και είδα 10 στα Θρησκευτικά ενώ σε όλα τα άλλα μαθήματα είχα 19 ή 20, θύμωσα με τον θεολόγο που χωρίς αποδείξεις έλεγε στους άλλους καθηγητές ότι μαζί με τον Θοδωρή, τον αρχηγό της ομάδας της γειτονιάς μας, του Μουράγιου, μια νύχτα του φωνάξαμε: «Αούα, παλαβέ!».

Ο Θοδωρής βλέποντας να έχει κι αυτός 10 από τον θεολόγο, αποφάσισε: «Αστέρια μου, μεθαύριο στην Αποθήκη του σπιτιού μου θα απαντήσουμε στην αδικία, μεταμορφωμένοι σε τρομερά και φοβερά καλικαντζαρέλια, αυτά που πηγαίνουν στα σπίτια το βράδυ των Χριστουγέννων και φεύγουν τα Φώτα, όταν τελειώσει το Δωδεκαήμερο, για να ενοχλήσουν, τυραννήσουν, βασανίσουν τους ζωντανούς, καλούς ή κακούς!»

Πρώτοι πήγαν στην Αποθήκη οι δυο τολμηροί, ευκίνητοι, μικρόσωμοι και αδύνατοι «διαβόλοι», ο Στρατής και ο Λιάκος. Λίγο αργότερα έφτασα μαζί με τον αρχηγό και αμέσως αρχίσαμε το σχέδιο της μεταμόρφωσής μας σε τέσσερα καλικαντζαρέλια. Είχαμε μπροστά μας οκτώ τραγίσια κέρατα. Για μακριές ουρές κόψαμε λυγαριές, για κοφτερές, προτεταμένες μύτες φέραμε κόκκινες μακρουλές πιπεριές. Καρφωτά μαλλιά φτιάξαμε από αλογίσιες τρίχες. Ο καθένας έριξε πάνω του μια κατάμαυρη προβατίσια προβιά με μερικά μεγάλα κουδούνια, αλείφοντας με μαύρο φούμο πρόσωπα, χέρια και πόδια.

Τα μεσάνυχτα των Χριστουγέννων τα δυο μικρότερα καλικαντζαρέλια ανέβηκαν στα κεραμίδια του σπιτιού του καθηγητή από την καρυδιά της διπλανής αυλής και δεμένοι με σχοινιά άρχισαν να κατεβαίνουν από την καμινάδα στην τραπεζαρία. Φθάνοντας λέρωσαν με γαϊδουρίσιες καβαλίνες ό,τι δήλωνε φωτιά! Το τζάκι, τη σόμπα πετρελαίου, τη στάχτη στο μαγκάλι της κουζίνας και έσπασαν όλους τους γλόμπους του ηλεκτρικού φωτισμού.

Οταν στη μία μετά τα μεσάνυχτα εμφανίστηκε από το ρεβεγιόν του γυναικείου Συλλόγου της «Ευποιίας» αμέριμνος ο θεολόγος, ξαφνικά έτρεξε μπροστά του από τη διπλανή γωνία ο γιγαντόσωμος αρχηγός μας, με εμένα καβάλα στον ώμο του. Πριν προλάβει ο καθηγητής να μας αντιληφθεί, τον σπρώξαμε βίαια επαναλαμβάνοντας την γνωστή κραυγή: «Αούα, παλαβέ!» Εκείνος τρομαγμένος, μπαίνοντας στο σπίτι του, φώναξε: «Βοήθεια ο Θοδωρής!» Εμένα δεν με αναγνώρισε.

Τότε σαν αίλουροι του επιτέθηκαν με τρίαινες και τσεκούρια τα δυο μικρότερα καλικαντζαρέλια, χορεύοντας δαιμονισμένα γύρω του. Στην τρίτη στροφή ο καθηγητής τρέμοντας είπε στον Θοδωρή: «Θα σου διορθώσω τον βαθμό στο δεύτερο τρίμηνο!» Αντί απάντησης ο αρχηγός μας, γενναιόδωρα και θριαμβευτικά, λάλησε σαν κόκορας προαναγγέλλοντας τον ερχομό της ημέρας και τότε τα καλικαντζαρέλια, που δεν αντέχαμε το φως του ήλιου, τραπήκαμε σε φυγή!

* συγγραφέας