Για τον κίνδυνο ακόμη μιας χαμένης δεκαετίας στην παγκόσμια οικονομία, μεγαλύτερη φτώχεια και κρίση χρέους ανάλογη αυτών που χτύπησαν τη Λατινική Αμερική και την Ασία στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 προειδοποιεί η Παγκόσμια Τράπεζα.
Στην εξαμηνιαία έκθεσή της για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας (Global Economic Prospects), που δόθηκε στη δημοσιότητα νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, η τράπεζα εκτιμά ελαφρά χαμηλότερη την ύφεση του 2020 (-4,3% αντί για -4,5% που προέβλεπε τον Ιούνιο) αλλά και χαμηλότερη την ανάκαμψη του 2021 (ανάπτυξη 4% από 4,2%).
Επισημαίνει ότι το δεύτερο κύμα της πανδημίας, οι μεταλλάξεις του κορονοϊού και οι νέες καραντίνες επιδεινώνουν την οικονομική δραστηριότητα και την ανάπτυξη συρρικνώνοντας κρατικά έσοδα και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Σε ένα τόσο δυσμενές περιβάλλον, αν οι κυβερνήσεις δεν κινητοποιηθούν αποφασιστικά προκειμένου να δώσουν ένα τέλος στην πανδημία και να τονώσουν τις επενδύσεις, η ανάκαμψη της οικονομίας θα παραμείνει μέτρια, προειδοποιεί η έκθεση.
Υπάρχει «σημαντικός κίνδυνος» οι οπισθοδρομήσεις στον περιορισμό της πανδημίας να οδηγήσουν σε πολύ ασθενέστερη ανάκαμψη, σε μια εποχή που οι χώρες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες οικονομικές δυσκολίες, τονίζει. Ενδεικτικό της αβεβαιότητας και της κόψης του ξυραφιού στην οποία βαδίζει σήμερα η παγκόσμια οικονομία είναι ότι στο πιο απαισιόδοξο σενάριο της έκθεσης -που προβλέπει συνεχιζόμενη αύξηση των κρουσμάτων και καθυστερήσεις στους εμβολιασμούς- η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας φέτος αναμένεται μόλις στο 1,6%. H έκθεση προειδοποιεί επίσης ότι όπως και σε προηγούμενες οικονομικές κρίσεις, η πανδημία θα αφήσει μακροχρόνιες πληγές στην οικονομική δραστηριότητα και στα κατά κεφαλήν εισοδήματα και κρούει τον κώδωνα για το ενδεχόμενο μιας δεκαετίας απογοητευτικών ρυθμών ανάπτυξης.
Τον μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν οι «συνήθεις ύποπτοι», δηλαδή οι φτωχοί και οι υπερχρεωμένοι. Η βαθιά ύφεση που προκάλεσε η πανδημία, τονίζει ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ντέιβιντ Μαλπάς, διεύρυνε περαιτέρω το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών και υπάρχει πλέον ο κίνδυνος να περάσουν χρόνια πριν οι άνθρωποι που βρίσκονται στη βάση της εισοδηματικής πυραμίδας αρχίσουν να βλέπουν βελτίωση και καλύτερες προοπτικές στις ζωές τους.
Την ίδια στιγμή η δημοσιονομική πίεση που τροφοδότησε η οικονομική αδράνεια και οι ανάγκες αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της έχουν οδηγήσει στη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση του δημόσιου χρέους τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, καθιστώντας ιδιαίτερα τρωτές στο ενδεχόμενο χρεοκοπίας αρκετές χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου.
Κάποιες χώρες αθέτησαν ήδη στη διάρκεια του 2020 τα χρέη τους, ενώ ακόμη περισσότερες είναι αυτές που πιέζονται και απειλούνται με «κανόνι».
Ενα συνεκτικό πακέτο πολιτικών παρεμβάσεων προβάλλει, σύμφωνα με την έκθεση, κάτι παραπάνω από αναγκαίο προκειμένου να αποφευχθούν ένα «τέταρτο κύμα χρέους» και η επανάληψη κρίσεων χρέους όπως αυτές στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του ‘80 και στην Ασία στα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Οι κρίσεις αυτές κατέληξαν σε εκτεταμένες οικονομικές κρίσεις. Οπου η διαδικασία εξυγίανσης του χρέους ήταν παρατεταμένη, η ανάκαμψη της οικονομίας ήταν αργή, οδηγώντας τη Λατινική Αμερική σε μια χαμένη δεκαετία και τις φτωχές χώρες σε αρκετά χρόνια αρνητικής αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος.
«Η παγκόσμια κοινότητα πρέπει να δράσει γρήγορα και δυναμικά για να διασφαλίσει ότι το τελευταίο κύμα χρέους δεν θα τελειώσει με κρίσεις χρέους στις αναδυόμενες αγορές και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν», τονίζει η έκθεση.
Ωστόσο η προσπάθεια ανάπτυξης ενός πακέτου αντιμετώπισης και ελάφρυνσης του καλπάζοντος χρέους σκοντάφτει για την ώρα στην απροθυμία των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα αλλά και ορισμένων χωρών να συμμετάσχουν σε αυτήν, επισημαίνει η τράπεζα.
