Για ακόμη δύο βδομάδες ο Τραμπ θα παραμείνει στον Λευκό Οίκο με πλήρεις αρμοδιότητες, στις οποίες περιλαμβάνονται και αυτές του ανώτατου διοικητή των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ.
Το ερώτημα που τίθεται εντός και εκτός ΗΠΑ είναι αν ο απερχόμενος πρόεδρος θα διατάξει βομβαρδισμό των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν ή αν θα επιτρέψει στο Ισραήλ να προχωρήσει σε παρόμοια κίνηση.
Το ζητούμενο μιας ενδεχόμενης πυραυλικής επίθεσης κατά του Ιράν δεν είναι η μέσω χειρουργικών πληγμάτων εξάλειψη των δυνατοτήτων της Ισλαμικής Δημοκρατίας να αποκτήσει πυρηνικά όπλα – ένας στόχος τον οποίο οι ειδήμονες θεωρούν τεχνικά ανέφικτο.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι να βραχυκυκλωθεί προληπτικά κάθε προσπάθεια του Μπάιντεν για επιστροφή των ΗΠΑ στη Συμφωνία του 2015 για τον διεθνή έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
Στην περίπτωση που ο Τραμπ επιχειρήσει να ανοίξει την πόρτα του φρενοκομείου, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον οι μηχανισμοί και κυρίως η ιεραρχία και η γραφειοκρατία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου θα τον υπακούσουν, θα τον ανεχτούν ή θα προσπαθήσουν στα όρια της θεσμικής νομιμότητας και κανονικότητας να τον σταματήσουν.
Προηγούμενο στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ στη μεταβατική περίοδο από τις εκλογές μέχρι την αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο υπάρχει.
Τον Δεκέμβριο του 1992, λίγες βδομάδες μετά την ήττα του από τον Κλίντον, ο απερχόμενος πρόεδρος Μπους πατήρ διέταξε εισβολή στη Σομαλία, έχοντας όμως εξασφαλίσει τη συναίνεση του νεοεκλεγέντος διαδόχου του.
Προηγούμενο ανυπακοής της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων υπάρχει, αλλά σε εντελώς διαφορετικό σκηνικό.
Το 1952 ο πρόεδρος Τρούμαν καθαίρεσε τον διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Κορέα, στρατηγό Μακάρθουρ όταν πληροφορήθηκε ότι ετοιμαζόταν να διατάξει τις δυνάμεις του να περάσουν τα σύνορα με την Κίνα.
Ενα είναι βέβαιο, ότι η όποιας μορφής τυχοδιωκτική ενέργεια του Τραμπ απέναντι στο Ιράν θα καταφέρει βαρύ πλήγμα στην ηγεμονική αξιοπιστία των ΗΠΑ και θα επιταχύνει την ανάδυση ενός μετα-αμερικανικού κόσμου.
