ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Γούλιαρου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το προσχέδιο για την αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου αποτελεί μνημείο προχειρότητας και θα προκαλέσει σύγχυση και ανασφάλεια δικαίου στους εμπλεκόμενους, με αποτέλεσμα, ακόμη και για απλά ζητήματα της καθημερινότητας των παιδιών, να προσφεύγουν στα δικαστήρια.

Ως δικαιολογητικός λόγος της νομοθετικής πρωτοβουλίας προβάλλεται ο εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου, που θα λαμβάνει υπόψη τις νέες κοινωνικές συνθήκες και μορφές οικογένειας, θα προάγει την ισότητα των δύο φύλων και τα δικαιώματα των παιδιών και θα αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του πραγματικού συμφέροντος του παιδιού.

Το ισχύον οικογενειακό δίκαιο θεσπίστηκε με τον ν.1329/1983, σε συμμόρφωση προς την αρχή της ισότητας των φύλων και την προστασία της παιδικής ηλικίας, καθιερώνοντας για πρώτη φορά την έννοια της γονικής μέριμνας.

Πρόκειται για την κατ’ εξοχήν ρύθμιση που εκφράζει την αρχή της ισότητας των φύλων σε σχέση με το παιδί, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η αυθαιρεσία του ενός γονέα απέναντι στο παιδί, όπως συνέβαινε πριν από τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, όπου η «γονική μέριμνα» ήταν αποκλειστικό και κυριαρχικό δικαίωμα του πατέρα, η λεγόμενη «πατρική εξουσία».

Κατά την άποψή μας, για να εφαρμοστεί επιτυχώς η από κοινού άσκηση της επιμέλειας μετά το διαζύγιο, απαιτείται να υπάρχει μεταξύ των γονέων υψηλό επίπεδο συναίνεσης και συνεννόησης, έτσι ώστε η παράλληλη ύπαρξη δύο σπιτιών να μην αναστατώνει τη ζωή του παιδιού, ούτε να δημιουργεί έλλειψη σταθερότητας και ασφάλειας.

Στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων είναι το πρόβλημα και της προσφυγής τους στο δικαστήριο. Η εναλλασσόμενη διαμονή δεν θα λειτουργήσει προς όφελος του παιδιού, όταν το δικαστήριο θα την επιβάλει, καθώς ούτε οι προστριβές θα σταματήσουν ούτε θα δημιουργηθούν με τη δικαστική απόφαση σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των πρώην συζύγων.

Η από κοινού άσκηση της επιμέλειας δεν απαγορεύεται στον ισχύοντα νόμο, υπό τον όρο, όμως, να συμφωνούν μεταξύ τους οι γονείς και να ορίζεται υποχρεωτικά ο τόπος διαμονής του παιδιού.

Από το προσχέδιο εξαφανίστηκε η έννοια της ουσιαστικής επιμέλειας. Κανένας γονιός δεν θα έχει ουσιαστική δικαιοδοσία στην ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των παιδιών του, με επιβλαβείς συνέπειες στην ψυχική και πνευματική συγκρότησή τους. Πώς το παιδί θα συγκροτηθεί σε αυτόνομη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα, όταν, ακόμη και μετά το διαζύγιο των γονιών του, θα συνεχίσει να μεγαλώνει με αλληλοσυγκρουόμενα μηνύματα και ανάμεσα σε εμπόλεμες ζώνες;

Πόσες γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας θα σπάσουν τον κύκλο της βίας ακολουθώντας τη νομική διαδικασία, όταν και μετά τη διάρρηξη της σχέσης θα υποχρεούνται να λαμβάνουν από κοινού αποφάσεις για το παιδί και να μοιράζονται ίσο χρόνο με τον θύτη τους;

Με το προσχέδιο νόμου, τα παιδιά από υποκείμενα δικαίου και άξια προστασίας της ανηλικότητας, όπως επιτάσσουν διεθνείς συνθήκες και το ισχύον οικογενειακό δίκαιο, καθίστανται αντικείμενα δικαίου. Με τον ισχύοντα νόμο, κάθε απόφαση του δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του. Παράγοντες που υπηρετούν το συμφέρον του παιδιού είναι ενδεικτικά: οι πνευματικές και ψυχικές ικανότητες των γονέων, το είδος του ασκούμενου επαγγέλματος, οι δεσμοί που έχουν αναπτυχθεί με το παιδί.

Σημαντικότερο όμως κριτήριο, το οποίο συνεκτιμά το δικαστήριο με την απόφασή του, είναι η προσωπική γνώμη του παιδιού, που απορρέει από την υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητάς του. Η συνήθης αντίκρουση είναι ότι η γνώμη του παιδιού δεν είναι ανεξάρτητη, αλλά προϊόν μονομερούς επηρεασμού από τον γονέα που διαμένει με το παιδί. Πράγματι είναι υπαρκτός ένας τέτοιος κίνδυνος.

Η δέουσα, όμως, λύση είναι η ίδρυση οικογενειακών δικαστηρίων από δικαστές που θα έχουν ευρύ γνωστικό και κοινωνικό πεδίο και η ίδρυση αυτοτελών κοινωνικών υπηρεσιών, που θα συγκροτούνται από εξειδικευμένους επιστήμονες, οι οποίοι θα διενεργούν κοινωνική έρευνα, σε κάθε περίπτωση ρύθμισης γονικής μέριμνας επιβοηθητικής στο έργο του/της δικαστού.

Να έχουν κουλτούρα ισότητας και να αντιλαμβάνονται καλύτερα τη δομή των νέων οικογενειακών σχέσεων, την καλύτερη εμπέδωση του ισότιμου ρόλων των γονέων στο μεγάλωμα των παιδιών τους, τη μη αναπαραγωγή με τις αποφάσεις τους στερεοτύπων για τη βιολογική υπεροχή των μητέρων έναντι των πατέρων ως προς την ανατροφή των παιδιών τους.

Ενα, τέλος, μεγάλο ζήτημα είναι το δικαίωμα διατροφής του παιδιού από τους γονείς του. Θα μεταβληθεί άρδην το κεφάλαιο της διατροφής με δύο κατ’ αρχήν συνέπειες. Είτε δεν θα υπάρχει καμία αξίωση διατροφής για το παιδί είτε δραστική μείωση της διατροφής, καθώς δεν θα συνυπολογίζεται στο ύψος της η προσωπική εργασία για τη φροντίδα του παιδιού, αφού θα ασκείται εξίσου και από τους δύο γονείς. Η εργαλειοποίηση των παιδιών από τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα ως προς το είδος και την αξία της παρεχόμενης παροχής είναι κάτι παραπάνω από βέβαιη.

Οι διάφοροι σύλλογοι ενεργών μπαμπάδων έχουν κατακλύσει με την παρουσία τους έντυπο Τύπο, social media, με αφίσες και σποτ στην τηλεόραση. H άλλη πλευρά των μητέρων είναι αόρατη, όχι από έλλειψη επιχειρημάτων, αλλά από αδυναμία πρόσβασης στα ΜΜΕ και τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Το εν λόγω προσχέδιο αποτελεί ένα αφήγημα που εξυπηρετεί απροκάλυπτα τους συλλόγους πατέρων, υποκρύπτει διάκριση εις βάρος των μητέρων, αφού τις παρουσιάζει ως τις «σύγχρονες μέγαιρες» που με πρόθεση αποξενώνουν τα παιδιά από τους άνδρες-πατέρες, εισάγοντας την έννοια της γονικής αποξένωσης ως βασικής, μάλιστα, αρχής του προσχεδίου!

*Δικηγόρος Θεσσαλονίκης