Το παλικάρι με τα μάτια τα μελιά/ που τα γουρλώνει με αφελή ανεμελιά/ και ανεβαίνει με ποδήλατο στην Πάρνηθα/ να κόψει κρίταμα και μάραθα και άνηθα/ κάτω από ευκάλυπτους και φίκους αιωνόβιους/ και συναντάει κατά τύχη μηχανόβιους/ –παλιοπαρέα που αριθμεί μέλη εφτά–/ και στον φακό απαθανατίζονται κλεφτά/ υψώνοντας κάπως ψηλά τον αμανέ/ στο πονηρό να κάνουν κλικ ενσταντανέ/ να το φυλάξουν στα κιτάπια τους ενθύμιο/ πόζα αξέχαστη απ’ το πανεπιστήμιο/ ή σαν παλιά φωτογραφία απ’ τον στρατό/ στου ελατόδασους βγαλμένη το πλατό./ Στον καθαρό αέρα του βουνού/ χασκογελάει ο ένας τ’ αλλουνού/ σαν να τους ήρθε θεία επιφοίτηση/ σχοινοτενή ανοίγουνε συζήτηση/ κι ενώ φοράνε στο κεφάλι κάσκα/ κανείς δεν σκέφτηκε να βάλει μάσκα./ Για οτιδήποτε μιλούν επιστητό/ με στοματάκι εντελώς γδυτό./ Κουτσομπολεύουν σε αναπνοής απόσταση/ τις φράσεις φτύνοντας σε κάθε πρόταση/ και δώσ’ του πίτσι πίτσι και μπλα μπλα/ που φέρνει στους εχέφρονες νταμπλά./
Ο κορονοϊός με χίλια τρέχει/ αλλά για τον Κυριάκο πέρα βρέχει./ Πρωθυπουργός να σου πετύχει μια φορά/ – σκέτη διασπορά και συμφορά./ Συμπεριφέρεται σαν άθλιος φύλαρχος/ της Κωλοπετεινίτσας βλαχοδήμαρχος/ που αν μυριστεί στο περιβάλλον κάμερα/ σπρώχνει τους παριστάμενους παράμερα/ μοστράρει το υφάκι του το φίνο/ και στέκει φάτσα στον φακό κλαρίνο./ Απέξω κράνος κι από μέσα φαλακρός/ εν μέσω λασπωμένων μοτοκρός./ Και καμαρώνει σαν σκεπάρνι γύφτικο/ με γέλιο ανέμελο, παλιομοδίτικο./ Ανασηκώνει διαρκώς τις πλάτες/ στο λακριντί του με τους αναβάτες/ και διασπείρονται τα σταγονίδια τους/ και γράφουν τον περίγυρο στα… στρείδια τους/ που αναπνέει στα καλά καθούμενα/ σάλια θανατηφόρα αιωρούμενα.
Πάντως, του στιγμιότυπου το τράβηγμα/ δίνει στους πάντες χείριστο παράδειγμα:/ Με αγνώστους χύμα να συνωστιζόμαστε/ και σαν ζαβά να φωτογραφιζόμαστε./ Δεν ορρωδεί ο πρωθυπουργός προ ουδενός/ αλλά του φταίει ο αψύς ο Σφακιανός/ που εμφανίζεται στις ΜΕΘ ακάλυπτος/ και προκαλείται ντόρος τρανταχτός./ Ο ένας απαράδεκτος και ρέμπελος/ κι ο άλλος άμεμπτος καθότι ανέμελος/ που όπου σταθεί και κάτσει βγάζει σέλφι/ τον νόμο επιστρατεύοντας του Μέρφι./ Εχει αποκτήσει πλέον ειδικότητα/ να διευρύνει κάθε ανισότητα./ Φοβού τον Κούλη και πεσκέσια φέροντα/ γιατί πασχίζει να κερδίζουν τα συμφέροντα./ Κανόνα της φαμίλιας του παμπάλαιο/ έχει να βάζει πάνω απ’ όλα το το κεφάλαιο/ και οι φτωχοί ας κόψουνε παράβολο/ να πάνε άκλαυτοι στον γεροδιάβολο./ Μπορούν, αν θέλουν, να πνιγούν επίσης/ στον ποταμό τον φημισμένο της Λαρίσης./ Αμαρτωλός ο βίος του ο πρότερος/ κι όμως λανσάρεται καταλληλότερος/ και δοκιμάζει στον καθρέφτη παπιγιόν/ να εμφανιστεί μεραγκλαντάν στη ρεβεγιόν/ και να τον στήσει ο λαός στα έξι βήματα/ να τον τρελάνει στα χειροκροτήματα.
