«Οι γυναίκες δεν μπορούν να κυκλοφορούν με ανάρμοστα ρούχα». Αυτή είναι η ουσία σχεδίου νόμου που προτείνει η κυβέρνηση της Καμπότζης, καθιστώντας την αστυνομία φρουρό του μήκους και του πλάτους των ρούχων των γυναικών επί ποινή προστίμου και –εννοείται– δημόσιας ταπείνωσης.
Η πρόταση, που εάν εγκριθεί από τη Βουλή θα ισχύει από τον Ιανουάριο του 2021, έχει επικριθεί σφοδρά από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες καταγγέλλουν πως τέτοιες απαξιωμένες στον 21ο αιώνα διατάξεις παραβιάζουν τις ελευθερίες των γυναικών και ενισχύουν την κουλτούρα ατιμωρησίας στα θέματα σεξουαλικής βίας.
Το σχέδιο νόμου απαγορεύει ανάμεσα στα άλλα οτιδήποτε «πολύ κοντό» ή «πολύ διάφανο». Ή όπως χαρακτηριστικά λέει ο υπουργός Εσωτερικών Ουκ Κιμλέχ, εμπνευστής του νομοσχεδίου: «Είναι καλό να φορούν κάτι που να μην είναι κοντύτερο από τη μέση του μηρού. Δεν είναι μόνο θέμα δημόσιας τάξης, είναι και ζήτημα παράδοσης και εθίμων». Αλλά ακτιβίστριες και ακαδημαϊκοί φοβούνται πως ο νόμος θα χρησιμοποιηθεί ως μέσο ελέγχου και καταπίεσης των γυναικών σε αυτή τη συντηρητική κοινωνία.
«Τους τελευταίους μήνες βλέπουμε από τα ανώτατα επίπεδα της κυβέρνησης να ελέγχουν τα σώματα και το ντύσιμο των γυναικών, υποτιμώντας δικαιώματά τους όπως στην αυτονομία του σώματός τους και στην αυτοέκφρασή τους και κατηγορώντας τις γυναίκες για τη βία που ασκείται εναντίον τους», δήλωσε στο Ιδρυμα Ρόιτερς η Τσακ Σόφιαπ, διευθύντρια του Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Καμπότζης.
«Η επίκληση της εθνικής παράδοσης εγείρει πολλά ερωτήματα: ποιος ορίζει την παράδοση, σε ποια βάση και με ποιο σκοπό;», επισημαίνει το παράρτημα Ασίας-Ειρηνικού της Διεθνούς Αμνηστίας επικρίνοντας σφοδρά την πρωτοβουλία της κυβέρνησης: «Το να τιμωρείς τις γυναίκες για τις ενδυματολογικές τους επιλογές ενισχύει την αντίληψη ότι εκείνες ευθύνονται για τη σεξουαλική παρενόχληση και βία, ενθαρρύνοντας μια κουλτούρα κατηγορίας, ενοχοποίησης και νέας θυματοποίησης του θύματος».
