ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Βουδικλάρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Μπλέιν Λ. Ρέινινγκερ (Blaine L. Reininger), συνιδρυτής των θρύλων της μουσικής πρωτοπορίας Tuxedomoon, κλείνει πια είκοσι δύο χρόνια ως συμπολίτης μας. Μάλλον, όπως όλα δείχνουν, ο εμβληματικός άπατρις βρήκε τελικώς στην Αθήνα μια «πατρίδα».

Συνθέτης, βιολιστής, ηθοποιός, περφόρμερ, αδιαμφισβήτητη μουσική ιδιοφυΐα, σημάδεψε με το συγκρότημά του τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, χαράζοντας νέους απρόσμενους δρόμους μεταξύ πανκ, ροκ, κλασικής και σύγχρονης μουσικής. Εχοντας ζήσει μια μυθιστορηματική ζωή, κατέληξε στην Ελλάδα μέσω των ταινιών του πρόωρα χαμένου Νίκου Τριανταφυλλίδη, στις οποίες έπαιξε και συνέθεσε τη μουσική.

Μάλιστα τόσος ήταν ο θαυμασμός του τελευταίου για το συγκρότημα, που έκανε το ντοκιμαντέρ «Tuxedomoon, No Tears» (1998), με αφορμή τα δέκα χρόνια του συγκροτήματος και την επετειακή συναυλία τους στο Θέατρο του Λυκαβηττού. Ο Ρέινινγκερ από τότε εξακολουθεί να εμφανίζεται στο θέατρο και τον κινηματογράφο, να συνθέτει και να περιοδεύει ανά τον κόσμο δίνοντας συναυλίες – πάντα έχοντας ως βάση του την Ελλάδα.

● Πώς περνάς το τελευταίο διάστημα του εγκλεισμού;

Λίγο-πολύ με τον ίδιο τρόπο όπως πάντα. Η ζωή μου δεν έχει αλλάξει και τόσο δραστικά εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων. Ειδικά τα τελευταία χρόνια προτιμώ να δουλεύω διαδικτυακά – άλλωστε εκεί βρίσκεται και ο μεγαλύτερος όγκος της δουλειάς μου. Οπότε είμαι καλά, επιβιώνω. Εχω την καθημερινή μου εξάσκηση στη σύνθεση. Δουλεύω διαρκώς πάνω σε καινούργια πράγματα. Η αλήθεια είναι ότι έχω πολλή δουλειά.

● Χωρίς όμως ζωντανές εμφανίσεις…

Εκανα μερικές εμφανίσεις. Πρόλαβα ίσα ίσα να δώσω λίγες συναυλίες αμέσως πριν ξεσπάσει το κύμα. Εκανα μια περιοδεία στην Ελλάδα και ήταν σαν να δίναμε αγώνα δρόμου να προλάβουμε όλες τις απαγορεύσεις. Ηταν η πρώτη μου μεγάλη περιοδεία εδώ και πολύ καιρό. Αυτό συνέβη τον Μάρτιο. Τον Σεπτέμβριο έκανα μία συναυλία στη Βιέννη και πάλι με τον φόβο των απαγορεύσεων – μόλις φύγαμε επιβλήθηκε εγκλεισμός.

Ωστόσο ήταν πολύ ωραία. Χάρηκα που ταξίδεψα και πάλι, αν και ήταν παράξενο που φορούσαμε όλοι μάσκες… Αυτή ήταν η τελευταία συναυλία που έδωσα. Δεν έχω κλεισμένη κάποια άλλη εμφάνιση. Υπάρχει μόνο κάτι διαδικτυακό τον Ιανουάριο. Εντάσσεται στο «The W Festival» των Βρυξελλών όπου έπαιξα πέρυσι. Κι αυτό είναι όλο.

● «Κι αυτό είναι όλο»;

Εχω και τη σελίδα μου στο Patreon. Το Patreon είναι μια συνδρομητική υπηρεσία. Είναι ένας τρόπος για τους καλλιτέχνες να συντηρηθούν κάνοντας τη δουλειά τους. Προσφέρονται στους συνδρομητές διάφορα κίνητρα και πλεονεκτήματα. Ωστόσο η κεντρική ιδέα είναι πως με τη συνδρομή σου προσφέρεις στους καλλιτέχνες τα μέσα για να συνεχίσουν. Προσφέρω λοιπόν τέσσερα καινούργια τραγούδια τον μήνα στους συνδρομητές και σε αντάλλαγμα παίρνω κάποια χρήματα.

Δεν μιλάμε για αμύθητα πλούτη, αλλά πρόκειται για ένα σταθερό χρηματικό ποσό κάθε μήνα. Το κάνω αυτό περίπου δύο χρόνια. Είναι επίσης ένα επιπλέον κίνητρο να συνθέτω, να δουλεύω. Και έτσι παραμένω πολύ παραγωγικός. Ως αποτέλεσμα, θα κυκλοφορήσω του χρόνου ένα καινούργιο διπλό cd με περίπου 30 τραγούδια!

● Και όλα αυτά τα χρόνια ζεις στην Αθήνα. Φτάνουν τα 22 πλέον!

Ναι. Είναι 22 χρόνια! Κι όμως εξακολουθώ να μη μιλάω πολύ καλά ελληνικά.

● Είναι πολλά χρόνια που δεν ζεις πια στις ΗΠΑ.

Δεν έχω ζήσει εκεί από το 1981. Οι Tuxedomoon έφυγαν από τις ΗΠΑ το 1981 και όλοι μας εν πολλοίς είμασταν αποφασισμένοι πως αυτό θα ήταν οριστικό. Δεν έζησα καν την περίοδο του Ρέιγκαν. Δεν επέστρεψα εκεί παρά το 1999. Απομακρύνθηκα ριζικά από τον αμερικανικό πολιτισμό και δεν μάθαινα τίποτα για εκεί. Βασικά, η μοναδική πληροφόρηση που είχα και που μπορούσα να κατανοήσω ήταν από το BBC και αυτό ήταν το φίλτρο μου για τα όσα συνέβαιναν στην Αμερική.

Οπότε στην πραγματικότητα δεν ήξερα. Πράγματι, πλέον δεν έχω σημεία αναφοράς. Και είναι παράξενο όλο αυτό, γιατί στην πραγματικότητα δεν κατάγομαι πια από πουθενά! Είμαι ένας ταξιδιώτης στον χρόνο. Ερχομαι από μιαν άλλη εποχή. Είμαι ένας άνθρωπος από τη δεκαετία του ’70!

● Αλήθεια, πώς αποφασίσατε να εγκαταλείψετε όλοι σας τις ΗΠΑ;

Εκ των υστέρων συνειδητοποιήσαμε όλοι πως είχαμε διάφορους λόγους για να φύγουμε. Αποφασίσαμε ότι θα φεύγαμε όταν έγινε πρόεδρος ο Ρέιγκαν. Θεωρούσαμε πως δεν μπορούμε πλέον να λειτουργήσουμε στις ΗΠΑ. Ομως στην πραγματικότητα είχε να κάνει και με το πού υπήρχε δουλειά για μας. Ηρθαμε στην Ευρώπη και υπήρχαν για μας τόσες ευκαιρίες για δουλειά και μάλιστα καλοπληρωμένες. Μας αντιμετώπιζαν σαν να είμαστε ιδιοφυΐες! Για παράδειγμα, όταν πρωτοφτάσαμε στο Βέλγιο, συνεργαστήκαμε με την ατζέντη του συνθέτη Γκάβιν Μπράιαρς.

Οπότε οι πρώτες μας συναυλίες στη Γαλλία δεν ήταν σε μικρά ροκ κλαμπ, ήταν στα La Maison de la Culture! [Κέντρα Πολιτισμού]. Το γεγονός ότι είχαμε πολύ καλύτερες δουλειές είναι κάτι που μας ενέπνεε και μας παρακινούσε. Περάσαμε από το να παίζουμε σε τυχάρπαστα ροκ κλαμπ στο να γράφουμε μουσική μπαλέτου για τον Μορίς Μπεζάρ!

● Ωστόσο, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ πώς ήταν το Σαν Φρανσίσκο την εποχή που σπούδαζες κι έπαιζες εκεί.

Είμαι από μια μάλλον μικρή πόλη του Κολοράντο. Είναι κάπως σαν τη Λάρισα η πόλη μου. Εχουν πολλά κοινά γεωγραφικά και πολιτιστικά, όμως είναι στη μέση του πουθενά. Το 1976-77 έφτασα στο Σαν Φρανσίσκο. Υπήρχε ένα ενδιαφέρον είδος ντανταϊστικού αναβρασμού στην πόλη και μια ενδιαφέρουσα σκηνή στα υπόγεια και τα λοφτ. Φυσικά κανείς δεν έβγαζε λεφτά. Ολα ήταν πολύ περιθωριακά. Είχε πραγματικά πολλή πλάκα.

Οταν πρωτοέφτασα στο Σαν Φρανσίσκο, άρχισα να πηγαίνω σε οτιδήποτε διαθέσιμο υπήρχε, ειδικά αν ήταν δωρεάν. Υπήρχε μια ανοιχτή πρωτοβουλία που λεγόταν «The Bay Guardian» και διοργάνωναν διάφορα παράξενα μικρά, μα προχωρημένα χάπενινγκ ή εμφανίσεις που γίνονταν σε υπόγεια ή σε βιτρίνες.

Κάποια ήταν πραγματικά καταπληκτικά. Πολλοί από αυτούς ήταν προχωρημένοι και τεχνολογικά. Εφτιαχναν τα δικά τους συνθεσάιζερ και είχαν στις παραστάσεις τους λέιζερ που τα είχαν κατασκευάσει μόνοι τους! Υπήρχαν και οι Residents, που ήταν πιο προχωρημένοι κι είχαν πιο πολλά λεφτά. Ηταν σαν ένα ατελείωτο καρναβάλι! Βέβαια, η περίοδος των χίπις είχε τελειώσει.

Υπήρχε κόσμος που ήταν πολύ νέος για να έχει προλάβει τον χιπισμό κι επίσης πολύ ειρωνικός απέναντι στους χίπις. Οι νέοι πλέον είχαν την τάση να διακωμωδούν τα πάντα. Πολλοί είχαν αυτήν τη στάση στα μέσα της δεκαετίας του ’70 – κι ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς. Εψαχνα να βρω κι άλλους σαν κι εμένα. Οταν, λοιπόν, είδα τι συμβαίνει στο Σαν Φρανσίσκο, ήξερα ότι εκεί ανήκω.

Ηταν μια πολύ συναρπαστική πόλη. Επίσης ήταν προσιτή οικονομικά στους καλλιτέχνες. Γιατί εκείνη την εποχή στην Αμερική όλοι ήθελαν να ζήσουν στα προάστια, την κοπάναγαν από τις πόλεις. Τις φοβούνταν λόγω της εγκληματικότητας. Τη δεκαετία του ’60 οι πόλεις φλέγονταν λόγω εξεγέρσεων κι ο κόσμος δεν ήθελε να ζει εκεί. Ετσι υπήρχαν άφθονες κατοικίες όπου οι επίδοξοι καλλιτέχνες μπορούσαν να ζήσουν σχετικά φτηνά. Σήμερα πρέπει να είσαι εκατομμυριούχος για να ζεις στις γειτονιές που μέναμε τότε. Τα σπίτια όπου ζήσαμε τότε, τώρα πουλιούνται δέκα εκατομμύρια δολάρια και βάλε!

● Και το ’98 ήρθες στην Ελλάδα. Γιατί εδώ;

Εν πολλοίς είχε να κάνει με τον Νικόλα Τριανταφυλλίδη. Συνεργαζόμουν μαζί του, συμμετείχα στις ταινίες του. Με πλησίασε για πρώτη φορά το ’93 για να παίξω στη σπουδαστική του ταινία, που τη γύρισε στο Λονδίνο («Τα σκυλιά γλείφουν την καρδιά μου»). Μετά έκανε το πρώτο του μεγάλου μήκους, το «Ράδιο Μόσχα», και με κάλεσε να συνεργαστώ ως ηθοποιός και συνθέτης του σάουντρακ. Ετσι κατέληξα να έρχομαι συχνά. Από το 1993-94 και μετά ερχόμουν 3-4 φορές τον χρόνο για δουλειά. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πάντα σε σχέση με τον Νικόλα.

Ενώ συνεργαζόμουν μαζί του, άρχισαν να παρουσιάζονται ευκαιρίες για μένα στη χώρα. Οταν λοιπόν τα πράγματα άρχισαν να μην πηγαίνουν καλά, από πολλές απόψεις, για μένα στις Βρυξέλλες, έφυγα από το Βέλγιο και ήρθα εδώ. Δεν ήταν εύκολα τα πράγματα τον πρώτο καιρό, ήμουν σε ελεεινή κατάσταση. Οταν πρωτοέφτασα, η γυναίκα μου ήταν ετοιμοθάνατη κι εγώ άφραγκος. Είναι εκπληκτικό το πόσο φτωχός ήμουν. Ζούσα με ντομάτες και φέτα. Δεν είχα απολύτως τίποτα. Μου πήρε πολλά χρόνια να σταθώ στα πόδια μου.

Τελικά, δύο πράγματα με έσωσαν: Το ένα ήταν οι Tuxedomoon και το γεγονός ότι αρχίσαμε να περιοδεύουμε αρκετά συχνά. Το άλλο ήταν η Μαρία – το ότι τη βρήκα, την ερωτεύτηκα και εγκαταστάθηκα εδώ. Είχα ένα μέρος να μείνω και μια καλή ζωή. Στην πραγματικότητα όλα ξεκίνησαν όταν τη γνώρισα το 2004 κι αρχίσαμε να είμαστε μαζί. Ηταν πολύ δύσκολο στην αρχή, ωστόσο προέκυψαν πολλές ευκαιρίες να κάνω πράγματα που ποτέ δεν είχα σκεφτεί.

Αρχισα να δουλεύω στον Rock FM ως μουσικός παραγωγός, πράγμα που το διασκέδαζα. Κι αυτό ήταν κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ να κάνω, ούτε είχα την ευκαιρία. Μετά άρχισα να δουλεύω ως ηθοποιός με τον Μαρμαρινό. Και ενώ εδώ συνεχίζονταν να μου παρουσιάζονται ευκαιρίες, στο Βέλγιο δεν είχα τίποτα να κάνω τη δεκαετία του ’90. Ετσι ήρθα εδώ κι έμεινα εδώ. Και τώρα είμαι εδώ. Και είμαι ευχαριστημένος που είμαι εδώ.

● Πλέον, τι σε ενδιαφέρει να κάνεις;

Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι ακριβώς αυτό που κάνω τώρα. Να κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή μου και να συνθέτω. Συνήθως ξεκινάω δουλεύοντας με soft synths και samplers – αποκτώ πολλά τέτοια από το ίντερνετ και παθιάζομαι πολύ μαζί τους. Εχω μια τεράστια συλλογή από προγράμματα συνθεσάιζερ και ήχους. Κάθομαι εδώ και χαζολογάω μαζί τους μέχρι που αρχίζουν να μου έρχονται ιδέες.

Μελετώ τους ήχους και συνήθως κάτι νέο παράγεται. Αρχίζουν να προκύπτουν συνθέσεις. Εχω την τάση να χάνομαι μέσα σε αυτό, να εξαφανίζομαι μέσα σε αυτή τη διαδικασία για μέρες ατέλειωτες. Ακολουθώ τη μουσική όπου με πάει. Κι ύστερα, πολύ αργότερα, αποφασίζω να συνεχίσω με το βιολί ή ίσως θα πιάσω την κιθάρα ή θα τραγουδήσω. Τότε αρχίζω να δουλεύω.

● Αυτό λοιπόν είναι το σπουδαιότερο;

Ναι, αυτό με ενδιαφέρει πραγματικά στη μουσική. Αυτή είναι η κύρια δραστηριότητά μου στη σύνθεση. Το να δίνω συναυλίες γίνεται όλο και μεγαλύτερος μπελάς όσο περνάνε τα χρόνια. Μου είναι όλο και πιο δύσκολο σωματικά όσο μεγαλώνω. Για να πάω να παίξω, συνηθίζω να κουβαλάω σαράντα κιλά εξοπλισμό. Την κιθάρα, το βιολί μου, τα πετάλια μου, το λάπτοπ…

Πρέπει λοιπόν να τα κουβαλήσω όλα αυτά στο αεροπλάνο, μετά να τα κατεβάσω και να τα βάλω σε ένα ταξί, να τα στήσω στη σκηνή, να παίξω και μετά να μαζέψω και ν’ αρχίσω από την αρχή την επόμενη μέρα. Αντε να το κάνεις αυτό! Είμαι σχεδόν 67 χρόνων. Εχω μεν πολύ καλή φυσική κατάσταση, αλλά παραμένει δύσκολο. Εκτιμώ όλο και περισσότερο το να κάθομαι στο σπίτι, να γράφω μουσική και να την ηχογραφώ. Αυτό με ενδιαφέρει.

● Και οι Tuxedomoon;

Υπάρχουν διάφορα προϊόντα των Tuxedomoon που πρόκειται να κυκλοφορήσουν: μόλις ανακοίνωσα την επανακυκλοφορία της συλλογής «Pinheads on the Move» σε βινύλιο. Υπάρχει κι ένα κοινό μας πρότζεκτ που αρχίζει πολύ αργά να παίρνει μορφή. Ενας θεός ξέρει πώς θα είναι. Το ονομάζουμε «The Ummagumma Project». Στην ουσία θα συγκεντρώσουμε κάποια σόλο κομμάτια του καθενός μας κι ίσως να ξανασυνεργαστούμε και να παίξουμε μαζί. Πάνω σε αυτό δουλεύουμε τώρα.

*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής