Για την ιστορία της λαϊκής τέχνης του θεάματος του θεάτρου σκιών, δηλαδή του Καραγκιόζη, ο οποίος από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ού υπήρξε η κυρίαρχη λαϊκή διασκέδαση, το όνομα Σπαθάρης σημαίνει πάντα πάρα πολλά και από δω και πέρα σημαίνει ακόμα περισσότερα…
Ηταν ο ελληνικός κινηματογράφος που μετά την έκρηξή του και την παντοδυναμία του από το 1950 και για πάνω από 20 χρόνια πήρε τη θέση του Καραγκιόζη ως κυρίαρχη λαϊκή ψυχαγωγία, ήταν ο «Μεθύστακας» του Τζαβέλλα το 1950 που με την τεράστια επιτυχία του πήρε τον κόσμο από τις μάντρες που έπαιζαν Καραγκιόζη και τον έβαλε στις κινηματογραφικές αίθουσες που έπαιζαν ελληνικές ταινίες και ήταν η Αλίκη και το «Νιάου νιάου βρε γατούλα» που απέσπασε από τον Καραγκιόζη το πολύτιμο παιδικό του κοινό…
Από τότε και για πάνω από 25 χρόνια ο Ευγένιος Σπαθάρης, μόνος του με κάθε τρόπο, κράτησε ζωντανή την τέχνη του Καραγκιόζη στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό μέσα από την τηλεόραση, από ζωντανές παραστάσεις, από δίσκους, απ’ ό,τι και όπου μπορεί κανείς, να φανταστεί με πραγματικό πάθος.
Αν σήμερα υπάρχει άνθηση της τέχνης του Καραγκιόζη και εμφανίζονται συνέχεια νέες τάσεις σε αυτόν, αυτό οφείλεται στον ταλαντούχο αλλά και πεισματάρη Ευγένιο Σπαθάρη που έφυγε δυστυχώς πριν από 11 χρόνια στα 85 του από δυστύχημα.

Ο Ευγένιος όμως είχε πατέρα τον Σωτήρη Σπαθάρη, έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του Καραγκιόζη στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Ο Σωτήρης Σπαθάρης δεν υπήρξε απλώς ένας σημαντικός άνθρωπος στη διαμόρφωση και στην εξέλιξη του Καραγκιόζη ως κυρίαρχη λαϊκή ψυχαγωγία του 20ού αιώνα, δεν υπήρξε μόνο ταλαντούχος και δυναμικός άνθρωπος που γύρισε τρεις και τέσσερις και πέντε φορές όλη την Ελλάδα ψυχαγωγώντας τον κόσμο, αλλά κάτι ακόμα πολύ σημαντικό…
Κάποια στιγμή αποφάσισε, σε μια εποχή που δεν συνηθιζόταν καθόλου κάτι τέτοιο, να γράψει την ιστορία της ζωής του και όταν έγραψε κάποιες σελίδες οι διανοούμενοι φίλοι του, που ήταν αρκετοί και σημαντικοί, τον έπεισαν πως κάνει κάτι σημαντικό. Οπως γράφει στα απομνημονεύματά του λοιπόν:
«Οταν ο Νάκης [εννοεί τον ζωγράφο Νίκο Καρτσωνάκη] μου ’πε που ο Σικελιανός θέλει να διαβάσει αυτά που ’γραψα, εγώ αποφτή την ώρα κατάλαβα πώς κι εγώ κάτι στοιχίζω, γιατί θα διάβαζε τα δικά μου γράμματα κοτζιάμ Σικελιανός. Γι’ αυτό την άλλη μέρα κατά το βραδάκι, αφού τον βρήκα στο ζαχαροπλαστείο του Μιλάνου πο ’ναι στην Κηφισιά, τον χαιρέτησα και του τα ’δωσα. Ο ποιητής, αφού διέταξε το γκαρσόνι να μου δώσει μια πάστα, αρχίνησε να διαβάζει. Εγώ ανυπόμονος είχα στα χέρια μου το ασημένιο του μπαστούνι και πότε κοίταγα τον ποιητή, πότε την κυρά του. Για μια στιγμή βλέπω τον Σικελιανό να σκουπίζει το πρόσωπό του με το μαντίλι του και να με κοιτάζει γελαστά και πάλι να διαβάζει. Εγώ και η κυρά του αν ήτανε τρόπος να μην ανασαίνουμε, για να μην τον ενοχλήσουμε. Υστερα από κάμποση ώρα μου λέει: Μπράβο, Σπαθάρη. Είσαι θαύμα, χρυσέ μου, και πάλι άρχισε να διαβάζει».
Η παρακίνηση του Σικελιανού τού έδωσε φτερά μόνο που τη ζωή και την καριέρα του ο Σωτήρης Σπαθάρης την έγραψε όχι μία αλλά 3-4 φορές και στο τέλος αυτό που είχε βρεθεί αρκετά κομμένο με αλλαγμένη την ορθογραφία, αλλά και την ίδια τη γλώσσα σε πολλά σημεία, σημαντικό όμως έτσι και αλλιώς, κυκλοφορούσε από το ’60 μέχρι σήμερα.
Ομως πριν από δύο χρόνια βρέθηκε και το κείμενο που είχε ο Σπαθάρης το ’55 αλλά και το κείμενο που είχε γράψει ο Σπαθάρης το ’44. Και τα δύο κείμενα είχαν την τύχη να πέσουν στα χέρια ενός πολύ σημαντικού ανθρώπου, του καθηγητή Γιάννη Κόκκωνα, ο οποίος μετά από πραγματικά σκληρή δουλειά, και φαίνεται αυτό, και ταξίδια σε όλη την Ελλάδα, επιμελήθηκε έναν τόμο 700 σελίδων που εξέδωσε με τη γνωστή επιμέλεια και σοβαρότητα που διακρίνουν τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Αυτό το βιβλίο είναι πολύτιμο και για το ίδιο το κείμενο του Σπαθάρη, το οποίο ο Σικελιανός το έχει συγκρίνει μόνο με το κείμενο του Μακρυγιάννη και το θεωρεί αντάξιο, αλλά και για την όλη επιμέλεια του κυρίου Κόκκωνα.
Ολα τα επεξηγηματικά κείμενα γύρω από το πρωτότυπο κείμενο του Σπαθάρη, όλα τα ντοκουμέντα, όλες οι σημειώσεις γύρω απ’ αυτό, ακόμα και κάθε μικρό οπτικό ντοκουμέντο γύρω απ’ αυτό, ακόμα και από την πιο παλιά μικρή επαρχιακή εφημερίδα, συνθέτουν ένα βιβλίο πολύτιμο για τον νεοελληνικό πολιτισμό και όχι μόνο για την τέχνη του Καραγκιόζη.
Η δουλειά του κυρίου Κόκκωνα είναι πραγματικά συγκλονιστική και αντάξια ενός τέτοιου κειμένου – επειδή ξέρω τι σημαίνει να ψάχνεις το παρελθόν και μάλιστα το πολύ μακρινό, μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι πέρασε τα τελευταία 3 χρόνια για να το φέρει εις πέρας.
Ομως πέρα από την επιστημονική σημαντικότητα του έργου αυτού θέλω να τονίσω και το πόσο απολαυστικό είναι το κείμενο του ίδιου του Σπαθάρη. Με τη δική του ιδιότυπη γλώσσα, όπου ανακατεύονται όλα τα ελληνικά μαζί, όλες οι «τάσεις» της ελληνικής γλώσσας τα τελευταία 150 χρόνια, κάτι σαν τη γλώσσα του Καβάφη με τη διαφορά πως ενώ αυτό στον Καβάφη επιτυγχάνεται λόγω της μεγάλης μόρφωσης του Αλεξανδρινού, εδώ περιέργως προκύπτει από τον ακριβώς αντίθετο λόγο.
Είναι απίστευτο πέρα από το πόσο ωραία θα περάσει κανείς διαβάζοντας αυτό το κείμενο, πόσα θα μάθει για την καθημερινή ζωή στην Ελλάδα αλλά και για την επίσημη ιστορία της, ακόμα και για το πώς είδαν οι παλαιοελλαδίτες τους νεοφερμένους πρόσφυγες το ’22. Από το πόσο έκανε ένα οικόπεδο στο Περιστέρι και τη Ριζούπολη τη δεκαετία του ’10 και του ’20 μέχρι το πόσο στοίχιζε ένα πιάτο φαΐ, ένα ποτήρι κρασί, πόσο πλήρωνε για να πάει να δει Καραγκιόζη, για να πάει στο θέατρο και τόσα πολλά άλλα…
Ενα μπράβο όχι μόνο στον κύριο Κόκκωνα, αλλά και στην οικογένεια Σπαθάρη, τα δυο παιδιά δηλαδή του Ευγένιου, τον Σωτήρη (εγγονό) και τη Μένια που στέκονται πάντα δίπλα στο «Σπαθάρειο Μουσείο» που ανήκει στον Δήμο Αμαρουσίου με υλικό που πρόσφερε απλόχερα ο Ευγένιος, αλλά και δίπλα σε κάθε έναν που με σοβαρότητα προσπαθεί να προσεγγίσει τον μύθο της οικογένειας Σπαθάρη, δηλαδή τον μύθο του Καραγκιόζη. Το βιβλίο λέγεται «Σωτ. Σπαθάρης, τα απομνιμονέματα μου».
ΥΓ: Οι φωτογραφίες στο κείμενο αυτό δημοσιεύονται μετά από ευγενική παραχώρηση της οικογένειας Σπαθάρη στην εφημερίδα.
