Η κατάρρευση της ψυχικής υγείας των βρετανών γιατρών λόγω της αφόρητης πίεσης που δέχεται το ΕΣΥ από την πληθώρα κρουσμάτων της Covid-19, οι φόβοι της Γαλλίας ότι θα πρέπει να επιβάλλει νέα καραντίνα λόγω της αύξησης των κρουσμάτων και η δήλωση Τραμπ ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για τα φονικά επεισόδια στο Καπιτώλιο συνιστούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις του σημερινού διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, ο Guardian έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : «Ασθενείς στέλνονται σε ξενοδοχεία προκειμένου να απελευθερωθούν κρεβάτια για τη θεραπεία της Covid» με το αποκλειστικό ρεπορτάζ της εφημερίδας να αποκαλύπτει ότι χιλιάδες ασθενείς που πάσχουν από άλλες νόσους αναμένεται να μεταφερθούν σε ξενοδοχεία ή ακόμη και στα σπίτια τους με στόχο να απελευθερωθούν κλίνες για ασθενείς που έχουν προσβληθεί από τον κορονοϊό. Την σχετική απόφαση θα εφαρμόσουν οι διοικητές των βρετανικών νοσοκομείων σε μια πρωτοφανή ενέργεια που στόχο έχει την αποφυγή της κατάρρευσης του Εθνικού Συστήματος . Σύμφωνα με έγγραφα που έχουν περιέλθει σε γνώση της εφημερίδας αποκαλύπτεται ότι το ΕΣΥ ζητά πλέον ακόμη και από γηροκομεία να υποδεχθούν ασθενείς με Covid απ΄ ευθείας από τα νοσοκομεία και μάλιστα χωρίς να έχουν κάνει νέο τεστ προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχουν αποκτήσει ανοσία, αρκεί να μην έχουν συμπτώματα της νόσου για 14 ημέρες . Από την πλευρά του ο Independent γράφει στον κεντρικό του τίτλο : «Οι εργαζόμενοι στο ΕΣΥ πιέζονται στα όριά τους παραδέχονται οι επικεφαλής των υπηρεσιών Υγείας» και στο σχετικό ρεπορτάζ αναφέρει ότι πλέον γιατροί και νοσηλευτές που περιθάλπουν ασθενείς με κορονοϊό αντιμετωπίζουν σοβαρές ψυχικές διαταραχές με 371 γιατρούς να καταφεύγουν στην τηλεφωνική γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης, όταν πριν ένα χρόνο ήταν μόλις διακόσιοι πενήντα ένας.

Στη Γαλλία, η Le Figaro γράφει στο πρωτοσέλιδό της : «Covid : η Γαλλία φοβάται μια νέα καραντίνα» με το κύριο άρθρο να υπογραμμίζει ότι η άφιξη στη χώρα της βρετανικής μετάλλαξης του ιού σε συνδυασμό με την σημαντική αύξηση των κρουσμάτων που καταγράφονται, οι ειδικοί επιστήμονες εκτιμούν ότι θα υπάρξει έξαρση της πανδημίας με αποτέλεσμα νέοι αυστηροί περιορισμοί να δείχνουν αναπόφευκτοι. Η La Depeche du Midi έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : «Κορονοϊός : περιμένοντας το χειρότερο» με το σχετικό ρεπορτάζ να αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η κυβέρνηση του Ζαν Καστέξ δεν αποκλείει πλέον κανένα σενάριο για να ενισχύσει τον αγώνα ενάντια στην πανδημία και προσθέτει ότι ορισμένες περιφέρειες της χώρας μπορεί να θέσουν σε εφαρμογή την απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα.

Στην Αυστρία η Der Standard σχολιάζει ότι «Οι περασμένες εβδομάδες έδειξαν την ανθεκτικότητα αλλά και την ευθραυστότητα του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ. Οι θεσμοί ήταν ακόμη αρκετά δυνατοί για να αντιμετωπίσουν τον Τραμπ και τους υποστηρικτές του. Αλλά γλίτωσαν οριακά: αν ο Τραμπ είχε κερδίσει τις εκλογές με μερικές χιλιάδες περισσότερες ψήφους, οι κατά τόπους πολιτικοί και τα δικαστήρια θα μπορούσαν να είχαν αντιστρέψει τη νόμιμη εκλογή του Τζο Μπάιντεν σε μερικές εβδομάδες. Η επίθεση στο Καπιτώλιο ήταν η τελευταία εξέγερση για μια χαμένη μάχη. Αλλά η ιστορία έχει διδάξει ότι τέτοιες νίκες δεν είναι ποτέ οριστικές. Για τους δημοκράτες πολιτικούς και από τα δύο κόμματα και τους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών οι προκλήσεις τώρα ξεκινούν.

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού τις ΗΠΑ οι Financial Times έχουν τίτλο : «Ο Τραμπ αρνείται ότι πυροδότησε τα επεισόδια» με το κύριο άρθρο να αναφέρει ότι ο απερχόμενος Αμερικανός πρόεδρος κατά την διάρκεια του ταξιδιού του στο Άλαμο, όπου θα επισκεπτόταν το Τείχος που χτίζεται στη μεθόριο με το Μεξικό, αρνήθηκε κάθε ευθύνη για τα φονικά επεισόδια στο Καπιτώλιο και για μία ακόμη φορά καταδίκασε τις νέες ενέργειες που έχουν στόχο την παραπομπή ή την καθαίρεσή του ως «το μεγαλύτερο κυνήγι μαγισσών που έχει ποτέ εξαπολυθεί στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ». Οι New York Times από την πλευρά τους έχουν τίτλο : «Οι Ρεπουμπλικάνοι αρχίζουν να τα σπάνε με τον Τράμπ» με το κύριο άρθρο να τονίζει ότι βάσει των πληροφορίων της εφημερίδας ο Ρεπουμπλικάνος Μιτς Μακ Κόνελ, ηγέτης της πλειοψηφίας στο Κογκρέσο φέρεται να παραδέχθηκε ότι ο απερχόμενος πρόεδρος πρέπει να παραπεμφθεί, ενώ και ο Ντίκ Τσέινι αναμένεται να ψηφίσει υπέρ της παραπομπής του.
