ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Λέανδρος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε ομιλία του πριν από μερικές ημέρες ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας επισήμανε ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται στο «χείλος μιας καταστροφικής ηθικής αποτυχίας» λόγω των ανισοτήτων που υπάρχουν μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών όσον αφορά την προμήθεια των εμβολίων.

Ενδεικτικά ανέφερε ότι οι 49 πλουσιότερες χώρες έχουν παραλάβει 39 εκατ. δόσεις του εμβολίου, ενώ μια φτωχή χώρα μόλις 25 δόσεις. Η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της πανδημίας απαιτεί διεθνή συνεργασία. Ομως οι εγωιστικές πολιτικές των ισχυρότερων κρατών που επιτυγχάνουν διμερείς προτιμησιακές συμφωνίες με τις εταιρείες παραγωγής εμβολίων ανεβάζουν τις τιμές και αυξάνουν τις πιέσεις στα ευάλωτα συστήματα υγείας των φτωχότερων χωρών.

Η όξυνση των ανισοτήτων τόσο μεταξύ των χωρών όσο και στο εσωτερικό κάθε χώρας αποτελεί κορυφαίο διεθνές πρόβλημα. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση του καπιταλισμού, η κλιματική αλλαγή και οι τεχνολογικές εξελίξεις που συνδέονται με την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση έχουν οδηγήσει σε διεύρυνση των ανισοτήτων τόσο στο πεδίο της οικονομίας όσο και στην ικανότητα αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών, στην πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και στο σύστημα υγείας, αλλά και στη διαβίωση σ’ ένα περιβαλλοντικά ικανοποιητικό περιβάλλον. Η πανδημία έρχεται να ενισχύσει αυτές τις τάσεις και να διογκώσει ταχύτατα τις ανισότητες, ιδιαίτερα σε χώρες που βρίσκονται σε αδύναμη θέση ή ακολουθούν λανθασμένες πολιτικές υποτιμώντας το πρόβλημα. Δυστυχώς, η Ελλάδα αποτελεί μια τέτοια περίπτωση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Προϋπολογισμού η μείωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2020 εκτιμάται σε 10,5%, έναντι 7,4% στην Ε.Ε., δηλαδή 40% μεγαλύτερη σε σύγκριση με τον κοινοτικό μέσο όρο. Αυτή είναι μια δραματική εξέλιξη που επιδεινώνει όλα τα μακροοικονομικά δεδομένα. Το δημόσιο χρέος, για παράδειγμα, εκτινάσσεται κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες προσεγγίζοντας το 210%, ενώ η ανεργία, η υψηλότερη στην Ε.Ε., φτάνει το 18,9% και το πρωτογενές έλλειμμα το 7,2%. Με άλλα λόγια, η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας μεγαλώνει και η θέση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας υποβαθμίζεται.

Η ιδιαίτερα αρνητική πορεία της ελληνικής οικονομίας οφείλεται κυρίως σε τρεις παράγοντες.

Πρώτον, στις κυβερνητικές πολιτικές οι οποίες δεν ενισχύουν επαρκώς επιχειρήσεις και εργαζόμενους. Αντίθετα, οι άλλες χώρες της Ε.Ε. έχουν υιοθετήσει μεγάλα προγράμματα δημοσιονομικής επέκτασης που τονώνουν την οικονομία τους.

Δεύτερον, στη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας που στηρίζεται υπερβολικά στην εστίαση, στον τουρισμό και στις μεταφορές, δηλαδή σε τομείς που επλήγησαν ιδιαίτερα από την πανδημία.

Τρίτον, στην υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα και στην αδυναμία του τραπεζικού συστήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χρηματοδότηση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και των ιδιωτών από τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα είναι αρνητική συνεχώς από το 2014. Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθούν οι καθυστερήσεις και οι προϋποθέσεις που τίθενται από την Ε.Ε. για την υλοποίηση του πακέτου στήριξης των οικονομιών και του Ταμείου Ανάκαμψης, γεγονός που πλήττει περισσότερο τα ασθενέστερα κράτη-μέλη.

Ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων είναι ιδιαίτερα δυσμενής για τη χώρα μας καθώς καταστρέφει τις παραγωγικές δομές και οδηγεί σε φτωχοποίηση μεγάλα στρώματα του ελληνικού πληθυσμού. Οταν η χειρότερη φάση της πανδημίας περάσει και οι οικονομίες αρχίσουν να ανακάμπτουν, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις δεν θα ανοίξουν και πολλές ακόμα θα επιβιώνουν οριακά με υψηλά χρέη και χωρίς δυνατότητα δανεισμού. Ετσι βέβαια δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν τις αναγκαίες επενδύσεις για τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, ούτε να ανταγωνιστούν με τις επιχειρήσεις των άλλων χωρών της Ε.Ε. που διαθέτουν πολύ καλύτερες δυνατότητες χρηματοδότησης.

Η οικονομική κρίση και η στροφή στην τηλεκπαίδευση έχουν επίσης δημιουργήσει μεγαλύτερες ανισότητες αναφορικά με την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και τις δυνατότητες ολοκλήρωσης των σπουδών. Πολλοί νέοι είναι υποχρεωμένοι να εργαστούν για να καλύψουν τις βασικές τους υποχρεώσεις, υπάρχουν σοβαρές ανισότητες ως προς την πρόσβαση στην τεχνολογία, ενώ και τα ψυχολογικά προβλήματα αυξάνουν.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες το πρόβλημα της φοιτητικής διαρροής και της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση των σπουδών εντείνεται. Ωστόσο, με το πρόσφατο νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ η κυβέρνηση δεν επιδιώκει να αντιμετωπίσει τις αιτίες των προβλημάτων, να ενισχύσει τη φοιτητική μέριμνα και τους οικονομικά ασθενέστερους φοιτητές, αλλά επιδιώκει «να κρύψει το πρόβλημα κάτω από το χαλί» διαγράφοντας όποιον δεν τα καταφέρνει στον προβλεπόμενο χρόνο και περιορίζοντας τις δυνατότητες εισόδου στα Πανεπιστήμια χωρίς να δημιουργεί αξιόλογες εναλλακτικές λύσεις.

Η έμφαση στα αστυνομικά και διοικητικά μέτρα, αντί για προσπάθειες μείωσης των εκπαιδευτικών και οικονομικών ανισοτήτων, θα εμπεδώσει μια αίσθηση αδικίας σε μεγάλο τμήμα των νέων που έτσι κι αλλιώς αισθάνονται να περιορίζονται οι μελλοντικές τους προοπτικές. Αυτό θα είναι πράγματι μια καταστροφική ηθική αποτυχία με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.

*Πρώην αντιπρύτανης Παντείου Πανεπιστημίου, μέλος Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΡΑΤΤΩ