Ο υποθαλάσσιος αγωγός φυσικού αερίου North Stream-2 και το πυραυλικό σύστημα S-400 έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Αποτελούν έμπρακτη διαφοροποίηση δύο σημαντικών ΝΑΤΟϊκών εταίρων, της Γερμανίας και της Τουρκίας, από την αντιμετώπιση της Ρωσίας ως απειλής για την ασφάλεια της Δύσης που έχουν υιοθετήσει οι ΗΠΑ.
Η αντιμετώπιση της Μόσχας ως απειλής από τις ΗΠΑ κορυφώθηκε την άνοιξη του 2014 μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, με την αποβολή της Ρωσίας από την Ομάδα των 8, G-8.
H σκλήρυνση του Μπάιντεν απέναντι στη Ρωσία έχει ήδη προεξοφληθεί ότι θα καταγραφεί στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ τον επόμενο μήνα στις Βρυξέλλες αλλά και στη σύνοδο κορυφής της Ομάδας G-7 που θα συνέλθει στο τέλος της άνοιξης στη Βρετανία.
Σε ό,τι αφορά τη Γερμανία, εξυπακούεται ότι η υπόθεση Ναβάλνι αλλά και μια πιθανή αναζωπύρωση του αναβρασμού στη Λευκορωσία θα λειτουργήσουν νομιμοποιητικά για τις αμερικανικές πιέσεις για σκληρότερες κυρώσεις.
Η παραφωνία της Αγκυρας και του Βερολίνου σε σχέση με την προσπάθεια απομόνωσης της Ρωσίας είχε καταγραφεί πρώτη φορά πριν από έναν αιώνα, την άνοιξη του 1921. Τότε, στο γραφικό θέρετρο του Ραπάλο στην Ιταλία, η Γερμανία της Βαϊμάρης και η Σοβιετική Ρωσία θεμελίωσαν μια πολύπλευρη διμερή στρατηγική συνεργασία. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του Κεμάλ στην Αγκυρα προχώρησε σε στρατιωτική συνεργασία με την Μόσχα που πολλαπλασίασε την ισχύ των δυνάμεών της.
Η σκλήρυνση της στάσης των ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία είναι αναγκαία για να νομιμοποιήσει και να ενισχύσει τη διατλαντική, υπό την ηγεσία της συσπείρωση και να αποτρέψει τη δυναμική μιας ευρασιατικής σύγκλισης.
Η εμμονή των ΗΠΑ για εγκατάλειψη του Northstream και των S-400 γίνεται κατανοητή, αν ανακαλέσουμε στη μνήμη τις συναντήσεις κορυφής Σρέντερ, Σιράκ και Πούτιν μετά τη γαλλογερμανική ανταρσία στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ.
