ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είναι μόνο η λύση της διάδοσης μιας παράστασης με ψηφιακό τρόπο, στην οποία καταφεύγουν αρκετοί θίασοι σήμερα προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη δραματική κατάσταση αναστολής της λειτουργίας τους – την προηγούμενη κιόλας φορά σχολιάσαμε τη σχετική απόπειρα του Εθνικού στο «Σε εσάς που με ακούτε» του Αβρανά. Εξάλλου και αυτή δεν αρκεί από μόνη της.

Οπως είπαμε, είναι μια λύση που προϋποθέτει τελικά την ουσιαστική ανακατασκευή της αρχικής σκηνοθεσίας, ώστε να αρμόζει στο νέο μέσο. Κι αν μάλιστα συνυπολογίσουμε πως το όποιο αποτέλεσμα, καθώς κινείται στο μεταξύ σκηνής και υπολογιστή και τίθεται με όρους τηλεθέασης, απαιτεί ένα διόλου ευκαταφρόνητο επιπρόσθετο κόστος, δεν είναι άξιο απορίας πώς δεν μπορεί ο καθένας να καταφύγει στη μετατροπή της παράστασής του σε οπτικό διαδικτυακό υλικό.

Η άλλη λύση, με αρκετά μικρότερο κόστος και δυνητικά ίσως ακόμα μεγαλύτερη διασπορά από εκείνη του Διαδικτύου, αφορά το λεγόμενο «ακουστικό θέατρο». Πρόκειται για την απόδοση ενός θεατρικού που, είτε γράφτηκε εξαρχής σαν ακρόαμα είτε είναι κατάλληλα διασκευασμένο, ώστε να μπορεί να μεταδοθεί έχοντας για μόνο μέσο τον ήχο.

Είναι μια τάση που είχε αναπτυχθεί εδώ και χρόνια στο εξωτερικό και αφορά κυρίως τη λογοτεχνία – πλήθος έργων, μυθιστορημάτων κυρίως, κλασικών μα και νεότερων, με ιδιαίτερη μάλιστα κλίση προς την αστυνομική λογοτεχνία, έχουν διασκευαστεί ώστε να ακούγονται με τον ίδιο περίπου χαλαρό τρόπο που ακούγεται η μουσική.

Το μυαλό των παλιότερων όμως θα πάει αλλού: σε εκείνο το θέατρο που έδρεπε κάποτε δάφνες για δεκαετίες στο ραδιόφωνο, στη ραδιοφωνική παραγωγή ενός πλήθους έργων από το κλασικό και το νέο, το διεθνές ή το ελληνικό θεατρικό δραματολόγιο. Σε αυτό έχουμε ήδη αναφερθεί παλιότερα. Εχουμε τονίσει την εξαιρετική ικανότητα του «ραδιοφωνικού θεάτρου» να δημιουργεί ένα σύμπαν το οποίο δίνει στον ακροατή του τη δυνατότητα να νιώθει εκτός από αποδέκτης και σκηνοθέτης ενός δικού του «συνειδητού θεάτρου». Κι έχουμε ήδη σημειώσει πως το ραδιοφωνικό θέατρο δεν μπορεί να θεωρηθεί μιαν άλλη, εκπτωτική εκδοχή του κανονικού θεάτρου.

Αφορά ένα διαφορετικό είδος από μόνο του με τη δική του λογική και τη δική του λειτουργία, κατά τον ίδιο τρόπο που εκείνο το θέατρο που χρησιμοποιεί το φως για να διαγραφούν σκιές πίσω από κάποιον μπερντέ δεν καθορίζει αισθητικά, ιστορικά ή ποιοτικά ένα φτωχότερο ή μικρότερο αντίγραφο του ζωντανού θεάτρου αλλά ένα ιδιαίτερο είδος του, το θέατρο σκιών.

Για να είμαστε όμως ακριβείς θα πρέπει να θυμίσουμε πως υπάρχει ακόμα μία, πέρα από το ραδιόφωνο, πηγή του έργου-ακροάματος, πιθανόν σήμερα λησμονημένη. Αν και η μεταφορά ενός βιβλίου σε μια κασέτα, σε ένα φλασάκι ή σαν podcast μοιάζει εξαιρετικά σύγχρονη, στην πραγματικότητα δεν αφορά παρά μια παλιά παράδοση.

Αυτήν της ανάγνωσης των βιβλίων σε μια (κυρίως γυναικεία) συντροφιά από κάποιο μέλος της παρέας, σε μια εποχή όπου η ακουστική αντίληψη ήταν πιθανόν περισσότερο αναπτυγμένη απ’ ό,τι σήμερα. Τα βιβλία κάποτε διαβάζονταν σε συντροφιές κι έτσι γίνονταν «ακροάματα», με τη διαδικασία να εξελίσσεται σε συνέχειες. Η κατά μόνας ανάγνωση δεν υπήρξε η μόνη οδός διασποράς ενός έργου – και αυτό πρέπει να το έχουμε κατά νου όταν μελετάμε τη δομή ή την αρχιτεκτονική παλιότερων έργων.

Το «θέατρο-ακρόαμα» λοιπόν χωρίς αμφιβολία παραπέμπει όλους μας εκτός από το ραδιόφωνο και στο «αναγνωστικό θέατρο» (ή στο «θέατρο αναλογίου»), καθώς τα είδη αυτά μοιράζονται έναν κοινό χώρο, «της ακοής», για να αναπτυχθούν. Ομως το πρώτο δεν αφορά μόνο τον κοινό χώρο στον οποίο αναπτύσσεται το ραδιόφωνο και το αναλόγιο. Το θέατρο-ακρόαμα υπονοεί τη μαγνητοφώνηση και αναμετάδοση ενός πρωτότυπου ή συμβατικού έργου με τους όρους μιας εντελώς νέας ποιότητας.

Πρέπει να δώσουμε προσοχή σε αυτήν την ποιότητα γιατί επιδρά καθοριστικά στην αισθητική των παραγωγών αυτού του θεάτρου. Ενώ παλιά το θέατρο στο ραδιόφωνο έφερνε στο μυαλό μια οικογένεια μαζεμένη και συγκεντρωμένη στον δέκτη της, τώρα πια τα περισσότερα έργα αναφέρονται σε έναν μοναχικό ακροατή που ακούει την ώρα που ταυτόχρονα κάνει κάτι άλλο. Γι’ αυτό τα έργα αυτά αποδίδουν κυρίως τα μέγιστα όταν ακούγονται από καθέναν χωριστά και μέσω των ακουστικών, όχι των ηχείων του.

Οπως και να ’χει, από την κάπως ξεχασμένη σήμερα ανάγνωση ενός βιβλίου και το ραδιόφωνο προέκυψε το έργο-ακρόαμα και, ακόμα πιο πέρα, το θέατρο-ακρόαμα. Είναι περιττό να επαναλάβουμε τα πλεονεκτήματά του. Την ίδια αίσθηση εγγύτητας και ιδιωτικής επικοινωνίας με τον λόγο, τη δέσμευση του ακροατή στον λόγο, όπως και την ελευθερία των κινήσεων, την ώρα που απολαμβάνει ένα θεατρικό.

Από την άλλη, όπως πάντα, είναι περιττό να τονίσουμε τις δυνατότητες της παραγωγής του, που από τη μια ανοίγονται σε όποιο ιδεατό καστ ηθοποιών, ενώ από την άλλη ελαφραίνουν τον προϋπολογισμό από ανυπέρβλητα κόστη. Η ευθύνη του όμως παραμένει πάντα η ίδια. Η ενεργοποίηση του ενδιαφέροντός μας με μέσο το ακουστικό ερέθισμα.

Υπάρχει ωστόσο κάτι ακόμα εδώ, το οποίο φοβάμαι πως θα πρέπει να έχουν σοβαρά στον νου όσοι επιχειρήσουν μια ανάλογη παραγωγή θεάτρου-ακροάματος στο εγγύς μέλλον. Η αλήθεια είναι πως πιθανόν για όλους τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω ο κόσμος δεν έχει συνδέσει την πρόσβασή του στο είδος του ακροάματος με μια αντίστοιχη δαπάνη. Ο όποιος θίασος επιχειρήσει να προβάλει τη δημιουργία του μέσω κάποιας ακουστικής αναμετάδοσης στο μέλλον, καλό θα είναι να γνωρίζει εκ των προτέρων πως δύσκολα κάποιος θα δεχτεί να πληρώσει αντίτιμο για μια θεατρική ακρόαση.

Την επόμενη ωστόσο φορά θα ήθελα να αναφερθώ στην περίπτωση κάποιων τέτοιων εγχειρημάτων, τα οποία εκκινούν από το ακρόαμα και αναφέρονται σε αυτό. Πρόκειται για έργα που γράφτηκαν πρόσφατα, στον καιρό της καραντίνας, και έχουν γνώμονα την ακουστική αναμετάδοσή τους – μια πολύ ενδιαφέρουσα συνθήκη από μόνη της. Αποτελούν κι αυτά μια πρόκληση για το μέλλον ή μάλλον τη μετάλλαξη του αγώνα του θεάτρου μας για επιβίωση στο μέσο της μελλοντικής του εξέλιξης.