Θύελλα αντιδράσεων προκάλεσε η είδηση σχετικά με το νέο νομοσχέδιο για το ΤΑΠ που ανήγγειλε το υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠΠΟΑ), στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο νόμος περί μακροχρόνιων δανεισμών πολιτιστικών εκθεμάτων σε μουσεία του κόσμου για 50 χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί πως το αρχικό χρονικό διάστημα δανεισμού ανερχόταν στα 100 χρόνια, αλλά ύστερα από αντιδράσεις ειδικών και πολιτών περιορίστηκε στα 50 (25+25).
Σύμφωνα με τις δηλώσεις της υπουργού Πολιτισμού, φαίνεται πως η παραπάνω απόφαση στηρίζεται σε μια στρατηγική «εξωστρέφειας του ελληνικού πολιτισμού», «ενίσχυσης της ταυτότητας της ομογένειας», τονίζοντας πως «τα κινητά μνημεία μένουν «ξεχασμένα» στις αποθήκες των μουσείων μας». Η αρχή θα γίνει με το Μουσείο Μπενάκη.
Ποια θα είναι όμως η σημασία αυτής της αιφνίδιας αλλαγής στη μουσειακή πολιτική;
Αρχικά να υπενθυμίσουμε πως τα πολιτιστικά αγαθά αποτελούν μαρτυρίες της ύπαρξης και της ατομικής και συλλογικής δραστηριότητας του ανθρώπου σύμφωνα με τον νόμο 3028/2002 (άρθρο 2), καθώς έχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά: αποτελούν σύμβολα και προστατεύονται από νόμους περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, μέσα στους μουσειακούς χώρους προάγονται τα πολιτισμικά δικαιώματα όλων των πολιτών, επιτυγχάνεται η συμμετοχικότητα και εξαλείφονται οι ανισότητες και οι διακρίσεις. Οι πολιτισμικές κοινότητες γίνονται ορατές, καλλιεργείται ο σεβασμός στη διαφορετικότητα και στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας αναπτύσσεται η πολιτισμική βιοποικιλότητα και εν τέλει η κοινωνική συνοχή.
Ταυτόχρονα οι αποθήκες των μουσείων φιλοξενούν τα πολιτιστικά αγαθά μέχρι να αναδιαταχτούν στις συλλογές τους και αποτελούν χώροι φιλοξενίας των δημόσιων αγαθών εμπλουτίζοντας τον κοινωνικό πλούτο. Φαίνεται πως η αιφνιδιαστική αλλαγή της μουσειακής πολιτικής που προτάσσεται από το ΥΠΠΟΑ δεν σχετίζεται με την παραπάνω διάσταση, καθώς ο χαρακτήρας της μοιάζει να μεταγγίζεται από ανθρωποκεντρικός σε οικονομοκεντρικός.
Στην περίπτωση του μακροχρόνιου δανεισμού των πολιτιστικών αγαθών ελλοχεύει ο κίνδυνος του κατακερματισμού και της εξαφάνισης της ανθρωπιστικής τους διάστασης και του σεβασμού προς την πολιτιστική και ιστορική αξία των αγαθών. Ακόμα δημιουργείται μια ανυπολόγιστη μετάλλαξη από τη γνήσια τέχνη των υψηλών αξιών σε μια εμπορευματοποιημένη και κίβδηλη τέχνη, προσαρμοσμένη σε μια επιφανειακή και επουσιώδη προχειρότητα.
Εύλογα λοιπόν θα αναρωτιόταν κανείς εάν θα πραγματοποιηθούν ανταλλάγματα-δανεισμοί και από την πλευρά των διεθνών μουσείων, όπως το Βρετανικό και το Λούβρο. Συγκεκριμένα τα ερωτήματα που δημιουργούνται ποικίλλουν.
Αρχικά θα επιστραφούν τα «επ’ αόριστον δανεισμένα» ελληνικά εκθέματα που στολίζουν αιώνες τώρα τα μεγάλα μουσεία της Ευρώπης και αποτελούν brand name των κρατών τους στη χώρα προέλευσή τους; Καθώς η παραπάνω στρατηγική δίνει το προβάδισμα και ενισχύει οικονομικά τις χώρες που φιλοξενούν ελληνικά εκθέματα, ποιος ο λόγος να προσφερθούν επιπλέον εκθέματα και σε άλλες;
Τέλος, ποια τα οφέλη για την χώρα μας η νέα αυτήν η πολιτική;
*πολιτιστική διαχειρίστρια MSc, πολιτιστικό management
Πηγές: Γκατζιάς, Γ., Κορρές, Γ. (2011), «Πολιτιστική οικονομία και ανάπτυξη πολιτισμικών μονάδων».
Ζούνης, Π., (2008), «Στρατηγικές στο τοπίο των πολιτιστικών οργανισμών στην κοινωνία των πληροφοριών και της γνώσης».
Κορρές, Γ. (2002), «Οικονομική διαχείριση».
e-nomothesia.gr.
Culturenow.gr
Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Εφ.Συν.» τη Δευτέρα 14/12/2020.
