Αν υπάρχει μια σταθερά στη στάση της Δύσης απέναντι στην Τουρκία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αυτή δεν είναι άλλη από τη διαχρονική απόκλιση των ΗΠΑ και της Ε.Ε.
Στην πορεία προς τη σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι τον Δεκέμβριο του 1999, όπου οι τότε 15 της Ε.Ε. αποδέχθηκαν την Τουρκία ως υποψήφια προς ένταξη χώρα, οι πιέσεις της κυβέρνησης Κλίντον ήταν απροσχημάτιστες.
Σε τέτοιο βαθμό, που ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Σιράκ, αναφερόμενος στην πίεση του Λευκού Οίκου υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, σχολίασε σκωπτικά ότι είναι σαν ο συνέταιρός σου να σε πιέζει να παντρευτείς την ερωμένη του για να την αποκαταστήσεις!
Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας συνεχίστηκε αργότερα από τον Μπους υιό όταν η Μέρκελ και ο Σαρκοζί κατέστησαν σαφές ότι δεν ήθελαν αλλά και δεν μπορούσαν να δεσμευθούν σε συγκεκριμένου χρόνου καταληκτικό ορίζοντα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Ε.Ε. – Τουρκίας που είχαν αρχίσει το φθινόπωρο του 2005.
Σήμερα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις να διαμορφωθεί ίδιο σκηνικό διατλαντικής κακοφωνίας απέναντι στην Αγκυρα με αντεστραμμένους ρόλους. Θα αποτελέσει η Τουρκία του Ερντογάν πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στον νεοεκλεγέντα Μπάιντεν και την απερχόμενη Μέρκελ; Δεν χρειάζεται ο Μπάιντεν να πιέσει δημόσια τη Γερμανία και την Ε.Ε. για πιο σκληρή πίεση απέναντι στην Τουρκία.
Αρκεί, σε ένα σκηνικό κλιμάκωσης των αμερικανικών κυρώσεων, να τεθεί το δίλημμα στις αμυντικές βιομηχανίες της Γερμανίας, Ισπανίας και Ιταλίας ή να διακόψουν τη συνεργασία τους με την Τουρκία ή να υποστούν και αυτές κυρώσεις όπως προβλέπουν οι αυτοματισμοί της σχετικής νομοθεσίας που έχει επικυρώσει το Κογκρέσο.
Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ μπορούν, αν θέλουν, να επιβάλουν εμπάργκο στις ευρωπαϊκές αμυντικές προμήθειες της Τουρκίας, παρακάμπτοντας τη δεδομένη και δημόσια εκπεφρασμένη εναντίωση του Βερολίνου αλλά και της Ρώμης και της Μαδρίτης.
