Σαν κεραυνός εν αιθρία ενέσκηψε η πανδημία. Εν μια σχεδόν νυκτί, η διάχυτη απειλή ενάντια στο ύψιστο αγαθό της ζωής ανέτρεψε όλες τις βεβαιότητες και υπονόμευσε όλους τους αυτοματισμούς. Μπροστά στο φάντασμα του αφανισμού, οι οργανωμένες εξουσίες εξωθήθηκαν να αναλάβουν τις εν πολλοίς ξεχασμένες «ποιμαντικές» τους ευθύνες. Οι διαχειριστές της κοινωνικής συμβίωσης δεν είχαν πια την πολυτέλεια να νίπτουν τις άμωμες χείρες τους, να οχυρώνονται πίσω από την τυπική τους αναρμοδιότητα, να εκλογικεύουν την αμέριμνη απραξία τους ή να παραπέμπουν στους ορθολογικούς αυτοματισμούς της αγοράς. Εκ των πραγμάτων, οι εμπεδωμένοι κανόνες, οι νόμοι, τα ήθη, οι θεσμοί, οι εσωτερικευμένες παραδόσεις, ακόμα και τα ατομικά δικαιώματα βρέθηκαν υπό την πίεση της αδυσώπητης συγκυρίας. Ενώπιον της οικουμενικής απειλής, έπρεπε να βρεθούν άμεσες «λύσεις».
Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν μια σειρά από ανατροπές. Το πανάρχαιο πρόβλημα του «δέοντος γενέσθαι» δεν είναι πια δυνατόν να αντιμετωπίζεται ως ευθεία συνάρτηση μιας εικαζόμενης «γενικής ωφέλειας» ή ως έκφραση ενός «αντικειμενικά» διαπιστούμενου «συλλογικού συμφέροντος». Η θεμελιώδης ιδέα της προόδου παύει να μπορεί να εμφανίζεται ως συνώνυμη με την τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη, τη μεγέθυνση της παραγωγής και της παραγωγικότητας και την έκρηξη της καταναλωτικής ευημερίας. Μπροστά στην απειλή του θανάτου, ούτε το «ευ» ηχεί πια ως ταυτόσημο με το «πολύ», ούτε το «καλύτερο» με το «περισσότερο». Μετά από πολλά χρόνια εξορίας, φαίνονταν να επανακάμπτουν, έστω διστακτικά, οι ξεχασμένες ποιοτικές παράμετροι του περί «κοινού δέοντος» λόγου. Η ζωή και η υγεία, και μαζί τους οι ιδέες της αλληλεγγύης, της ισότητας ενώπιον της επιβίωσης, της αδελφότητας, της «υπαρξιακής» δικαιοσύνης και της κοινωνικής αρμονίας διεκδικούν την επάνοδό τους στο προσκήνιο. Δεν θεωρείται πια δεδομένο ότι οι συλλογικές αποφάσεις «οφείλουν» πάντα να θεμελιώνονται σε εμπειρικά τεκμηριωμένες βάσεις. Και συνακόλουθα, οι τυχόν «ανεπαρκώς θεμελιωμένες» αποφάσεις δεν αντιμετωπίζονται ως a priori «αν-» ή «προ-ορθολογικές», άρα και «αυθαίρετες».
Μπροστά στην αδήριτη ανάγκη, όλα υποχωρούν ή και ξεχνιούνται. Ακόμα και οι εκ πεποιθήσεως «ετερόνομες» κυβερνητικές εξουσίες που είχαν συνεργήσει στη μετονομασία τους σε «απλές» «δια-κυβερνήσεις» υποχρεώνονται να επανεντάξουν τη «διαχείριση» των κοινών στο ευρύτερο πλαίσιο μιας απρόσμενα αντιφατικής «πραγματικότητας».
Υπ’ αυτήν την έννοια, πέρα και ανεξάρτητα από τα ανθρώπινα θύματά του, ο ιός έπληξε τη λειτουργία των πολιτικών θεσμών. Μαζί με τους παραγωγιστικούς αναπτυξιακούς αυτοματισμούς, αρχίζουν να αποθεμελιώνονται πολλές από τις μέχρι πρόσφατα κυρίαρχες παραδοχές για την «ορθολογική» και «εντός αυστηρών ορίων» άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Στο μέτρο δε που τα περισσότερα από τα προτεινόμενα μέτρα (καραντίνα, απομόνωση, εγκλεισμός, αυστηρός έλεγχος της κίνησης, κ.λπ.) αναπόφευκτα περιορίζουν την ενεργή ζήτηση, συρρικνώνουν το ΑΕΠ, μειώνουν τις κερδοσκοπικές ευκαιρίες και αντιστρατεύονται την άμεση μεγιστοποίηση της αναπτυξιακής προόδου, είναι προφανές πως η τρέχουσα κατάσταση ανάγκης δεν είναι αντιμετωπίσιμη με αδιάσειστα ποσοτικά κριτήρια. Πράγματι, δεν υπάρχουν αυστηρά «ορθολογικές» απαντήσεις στο ερώτημα «ποιες» και «πόσες» «αναπτυξιακά αρνητικές» προεκτάσεις είναι σκόπιμες ή επιτρεπτές. Το «δέον» εμφανίζεται πλέον ριζικά «μη αποφασίσιμο». Από την άποψη αυτή λοιπόν, η επιλογή ανάμεσα στις διάφορες υπαλλακτικές «λύσεις» παραμένει ανοικτή και «αυθαίρετη».
Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό εντάσσονται η διστακτικότητα, οι παλινωδίες και οι αντιφάσεις στον τρόπο αντιμετώπισης της πανδημίας. Στην προσπάθειά τους να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, οι πολιτικές εξουσίες υποχρεώνονται να ανασκευάσουν τον τρόπο που κοιτάζονται στον καθρέφτη. Ολα συμβαίνουν ως εάν η αποδιοπομπαία αυτονομία του πολιτικού, που είχε εκδιωχτεί μετά κόπων και βασάνων από τη μεγάλη πόρτα της αγοραίας εκλογίκευσης, επιστρέφει από τα ανοικτά παράθυρα της εκρηκτικής πραγματικότητας. Ακόμα και αν καλύπτεται με πέπλους σιωπής, το άλυτο αξιακό και πολιτικό δίλημμα «οικονομική ανάπτυξη και καταναλωτική ευημερία» ή «μακροζωία και υγεία» διατρέχει εγκάρσια ολόκληρο τον κόσμο. Είναι λοιπόν γεγονός ότι η «αδιαίρετη» πλανητική απειλή του ιού οδήγησε στην επιστροφή της σχετικής αυτονομίας του πολιτικού. Η έκτακτη ιστορική ανάγκη αποδείχθηκε ισχυρότερη από οποιονδήποτε διιστορικό ορθολογισμό.
Θα πρέπει βέβαια να θυμηθούμε ότι όλες οι παραδοσιακές πολιτικές εξουσίες βρίσκονταν μπροστά σε αντίστοιχα διλήμματα. Τουλάχιστον μέχρι την εξαφάνιση όλων των «αντίπαλων δεών» που σηματοδότησε την οικουμενική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι οργανωμένες ως κράτη «θερμές» δημοκρατικές κοινωνίες δεν έπαψαν ποτέ να προβληματίζονται για το δέον γενέσθαι. Ακόμα και αν δεν ήλεγχαν την ιστορική τους μοίρα, οι βυθισμένες στις συλλογικές τους φαντασιώσεις κοινωνίες δεν έπαυαν να διατυπώνουν εναλλακτικά και ουτοπικά οράματα. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο μέλημα όλων των ελεύθερων λαών ήταν η θεσμική διασφάλιση της αέναης δυνατότητάς τους να χαράζουν την πορεία τους. Η θεμελιώδης ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας εκφράζεται ακριβώς με τη διατράνωση της αναφαίρετης δυνατότητας των νόμιμων εξουσιών να χειρίζονται όχι μόνο την ειρήνη και τον πόλεμο, αλλά και την ανάγκη, την αβεβαιότητα, τις κρίσεις και τις κάθε είδους έκτακτες καταστάσεις κατά βούλησιν και κατά συνείδησιν.
Με αυτή την έννοια, η τρέχουσα πανδημία αναγγέλλει ένα είδος επιστροφής στο παρελθόν. Καμιά χώρα και καμιά εξουσία δεν μπορεί πλέον να αποφύγει την αδιαίρετη εμπλοκή της σε μιαν άδηλης έκβασης συμφορά. Και αναπόφευκτα ίσως στα πλαίσια αυτά, επανακάμπτουν πολλές αρχέγονες δεισιδαιμονίες. Ακόμα και αν επιχειρούν να εξορκίσουν τη μοίρα επιδεικνύοντας κυνική αδιαφορία, ειρωνική αποστασιοποίηση ή επιθετική δυσπιστία, τα εν δυνάμει θύματα αναγκάζονται να αναθεωρούν σε καθημερινή βάση τη φαντασιακή σχέση τους με τον θάνατο, με την πρόσληψη του χρόνου και με τις μύχιες φοβίες τους. Ολο και περισσότεροι αρχίζουν να αναλογίζονται μήπως, όπως έγραφε ο Εντγκαρ Αλαν Πόε, οι μάσκες που μας εξωθούν να στροβιλιζόμαστε αμέριμνοι στον πάνδημο χορό των μεταμφιεσμένων είναι ακριβώς αυτές που κρύβουν τον Κόκκινο Θάνατο.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι από μια άποψη τουλάχιστον, η έκρηξη της πανδημίας εμφανίζει ορισμένα κοινά με άλλες πλανητικής εμβέλειας απειλές. Πράγματι, στον μακρό χρόνο, η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση, ο υπερπληθυσμός, η εξάντληση των πρώτων υλών, η λειψυδρία και η διάχυτη πείνα δεν μπορεί να αντιμετωπιστούν αλλιώς παρά μέσα από τη ριζική αναθεώρηση του κυρίαρχου αναπτυξιακού παραγωγικού και καταναλωτικού φετιχισμού σε οικουμενική κλίμακα. Σε μια πολιτικά κατακερματισμένη όμως οικουμένη όπου, ολοένα και περισσότερο, όλοι οι επιχειρησιακοί σχεδιασμοί στοιχειοθετούνται στον βραχύ και μόνο χρόνο, οι μακροχρόνια σωτήριες προτεραιότητες τείνουν να υποχωρούν μπροστά στους σχεδιασμούς όσων προάγουν τα άμεσα συμφέροντά τους.
Την ίδια στιγμή που τα μακροπρόθεσμα οφέλη της περιβαλλοντικής «εξυγίανσης» είναι εξ αντικειμένου αδιαίρετα σε πλανητική κλίμακα, το άμεσο «αναπτυξιακό» κόστος των επί μέρους οικολογικών παρεμβάσεων παραμένει πάντα διαιρετό. Προφανώς λοιπόν υπό τις συνθήκες αυτές, τόσο οι επί μέρους πολιτικές εξουσίες όσο και ο κάθε «οικονομικός άνθρωπος» χωριστά έχουν κάθε λόγο να συμπεριφέρονται ως «οικο-τζαμπατζήδες». Δεν είναι τυχαίο ότι η ριζική αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών απειλών τείνει συνήθως να μετατίθεται σε «ευθετότερο» χρόνο, δηλαδή επ’ αόριστον. Ακόμα και αν οι μακρόπνοες επιπτώσεις των σωρευόμενων οικο-αδιεξόδων απειλούν να καταστρέψουν ανεπανόρθωτα την πλανητική ισορροπία, η εθελότυφλη «αναπτυξιακή συμπεριφορά» του κάθε παίκτη χωριστά δεν τίθεται σε αμφισβήτηση.
Αντίθετα, η πανδημία απειλεί να ανατρέψει όλα τα καλώς ή κακώς κείμενα. Στο επίπεδο των ατομικών συνειδήσεων, το διάχυτα «αδιαίρετο» φάντασμα ενός θανάτου που ελλοχεύει παντού και σε κάθε στιγμή είναι απείρως διαταρακτικότερο από τον κίνδυνο μιας βαθμιαίας, και αναστρέψιμης ίσως, επιδείνωσης του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Παρά ταύτα όμως, η ιστορία δεν έχει πει την τελευταία της λέξη. Η «αναγκαστική επάνοδος» της σχετικής, έστω, αυτονομίας του κράτους σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του εφιαλτικού ιού ανοίγει νέες προοπτικές. Από τη στιγμή που, υπό την πίεση της «έκτακτης συγκυρίας», καταρρέει το δόγμα της πλήρους απορρύθμισης, ένας αντίστοιχος προβληματισμός θα μπορούσε να πρυτανεύσει σε σχέση με όλες τις πλανητικής εμβέλειας «καταστάσεις ανάγκης».
Ηδη σήμερα, όλο και περισσότεροι έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται κατά πόσον είναι δυνατόν να παραμένουμε ατιμωρητί προσηλωμένοι στο αξίωμα πως ο άνευ όρων και ορίων αναπτυξιακός παραγωγισμός και η άκρατη καταναλωτική ευημερία αποτελούν αναγκαίες ή και επαρκείς προϋποθέσεις για την επί γης πρόοδο. Ισως λοιπόν η «απελευθέρωση» της πολιτικής από τα νεοφιλελεύθερα δεσμά της να ανοίγει τον δρόμο προς την επιστροφή ενός ευρύτερου Αιακού προβληματισμού.
Παραδόξως, ο πάνδημος, «παροντικός» και αδιαίρετος λοιμός θα ήταν δυνατόν να σηματοδοτήσει μια νέα τομή στους όρους κοινωνικής αντιμετώπισης των οικουμενικά επαπειλούμενων λιμών, ανομβριών, πλημμυρών, πυρκαγιών και καταποντισμών και όλων των συνακόλουθων αδιεξόδων. Οπως και κατά το παρελθόν, έτσι και σήμερα, ο μόνος «εύθετος χρόνος» είναι το αδιαφανές παρόν.
