Την τιμητική του είχε την Κυριακή ο Υμηττός. Τόσα αυτοκίνητα, ποδηλάτες και πεζοπόρους (μέχρι πεζοπορικό ή ορειβατικό σύλλογο έτοιμο να ανηφορίσει…) δεν θυμάμαι άλλη φορά στα σαράντα χρόνια που ανηφορίζω. Μόνο στο ξεκίνημα της διαδρομής, μετά τη γέφυρα της Κατεχάκη, όταν επέστρεφα, γύρω στις οχτώμισι, δεξιά και αριστερά στον δρόμο μέτρησα σταθμευμένα καμιά πενηνταριά αυτοκίνητα (εφτά χθες!), χώρια όσα είδα –πάνω από τριάντα– να ανηφορίζουν, μαζί και αρκετοί, περί τους δέκα, ποδηλάτες και ποδηλάτισσες.
Δεν θυμάμαι άλλη φορά τέτοια συρροή. Θα την έλεγα πανηγυρική. Εάν δεν υπήρχε –αφανής αλλά πανταχού παρών– ο κορονοϊός. Ο οποίος, πιστεύω, ήταν και ο κύριος λόγος μιας τόσο μαζικής εξόδου… στα όρη στ’ άγρια βουνά. Κλεισμένοι στα σπίτια μας και με χίλιες δυο προφυλάξεις όταν βγαίνουμε και όσο βγαίνουμε, με τον φόβο συνεχώς να απλώνεται και τα νέα να μη λένε να γίνουν ευχάριστα, ψάχνει ο κόσμος ευκαιρίες, έστω ελάχιστες, αλλά όσο γίνεται πιο ασφαλείς, να ξεσκάσει.
Η φύση, που δεν της πολυδίναμε σημασία, πριν έρθει το κακό, είναι (όπως ήταν πάντα) το μεγάλο μας σπίτι. Οποτε μας βρίσκει κάτι δυσάρεστο –σεισμός, λιμός, λοιμός, καταποντισμός…– σ’ αυτήν καταφεύγουμε, απ’ αυτήν προσπαθούμε να αντλήσουμε δυνάμεις για τη συνέχεια, για την… επόμενη μέρα. Μετά βέβαια, όταν το κακό έχει περάσει, πάλι την ξεχνάμε και την παραμελούμε· αν δεν την καταστρέφουμε.
Και τι κάνουμε μετά; Τι κάνουμε τώρα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, αλήθεια; Κάπου πληρώνουμε, νομίζω, τα επίχειρα αυτής της παραμέλησης και αυτών των καταστροφών. Το λέει κι ένα παλιό γνωμικό: Οταν σπέρνεις ανέμους, θερίζεις θύελλες, λέει. Αντιρρήσεις δεκτές!
ΥΓ. Διέκοψε το τρέξιμό του χθες και σταμάτησε να μου μιλήσει: «Πώς τα βλέπεις τα πράγματα; Θα φύγουμε από αυτή την κατάσταση;». «Θα φύγουμε!» απάντησα.
