Χρειάστηκαν πολλά. Ημέρες μαζικών, οργισμένων διαδηλώσεων, κόντρα στην καραντίνα και στη βίαιη καταστολή τους από τις δυνάμεις ασφαλείας. Νέα περιστατικά ωμής και αναίτιας αστυνομικής βίας, με αποκορύφωμα τον σοκαριστικά άγριο ξυλοδαρμό του μαύρου μουσικού παραγωγού Μισέλ Ζεκλέρ, μέσα στο στούντιό του στο Παρίσι, με την επίσημη αιτιολογία ότι… δεν φορούσε μάσκα!
Μια θύελλα αντιδράσεων από δημοσιογραφικές ενώσεις, διανοούμενους, διεθνείς οργανώσεις, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, τέλος, ο φόβος ρήγματος στην κυβερνητική πλειοψηφία, μέχρι η κυβέρνηση του Παρισιού να πράξει το αυτονόητο για κάθε δυτική δημοκρατία που σέβεται τον εαυτό της.
Εστω και πειθαναγκαστικά, λοιπόν, ανακοίνωσε ότι ανακρούει -πλην μόνον προσώρας- πρύμναν ως προς τον αμφιλεγόμενης δημοκρατικότητας «Νόμο Καθολικής Ασφάλειας», που η ονομασία του και μόνον δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών…
«Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν αμφιβολίες, ότι ορισμένοι θεωρούν πως απειλείται το δικαίωμα στην ενημέρωση», παραδέχθηκε ο Κριστόφ Καστανέ, πρώην υπουργός Εσωτερικών και νυν επικεφαλής του LREM, του κυβερνώντος κόμματος του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ανακοινώνοντας την επανεξέταση του πλέον επίμαχου άρθρου: του 24, που ουσιαστικά ποινικοποιεί τη φωτογράφηση ή/και βιντεοσκόπηση αστυνομικών εν ώρα υπηρεσίας και πρακτικά παραβιάζει την ελευθερία του Τύπου, παρέχοντας ταυτόχρονα κάλυψη στην αστυνομική βία.
«Δεν πρόκειται για απόσυρση, αλλά για πλήρη ανασύνταξη του κειμένου», υπογράμμισε ο Καστανέ. «Ο στόχος είναι απλός», συμπλήρωσε: «Να ενισχύσουμε την ασφάλεια των δυνάμεων επιβολής του νόμου» και «να εγγυηθούμε το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελεύθερη ενημέρωση». Ισχύει;
Κατά πρώτον, το άρθρο 24 δεν είναι το μοναδικό προβληματικό σε αυτόν τον νόμο. Υπάρχουν κι άλλα, όπως το άρθρο 22, που προβλέπει τη διεξαγωγή ερευνών με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) χωρίς δικαστική εποπτεία, καθιστώντας έτσι με τη «βούλα» τη Γαλλία ένα κράτος «Μεγάλου Αδελφού».
Βολικά, ωστόσο, η γαλλική κυβέρνηση επιλέγει μια κίνηση-πυροτέχνημα, επικεντρώνοντας την προσοχή στην ανασύνταξη του πλέον επίμαχου άρθρου, που αφενός έχει ήδη εγκριθεί σε πρώτη ανάγνωση από τη Βουλή και έχει πάρει την άγουσα προς τη Γερουσία (αρμόδια πια για την όποια τροποποίηση), αφετέρου λέγεται ότι πιθανόν να περάσει τελικά από την πίσω «πόρτα».
Πώς; Μέσω του -αντίστοιχης φρασεολογίας και νοοτροπίας- άρθρου 25 ενός εξίσου αμφιλεγόμενου υπό έγκριση νόμου: αυτού περί «ισλαμιστικού αυτονομισμού», που αναμένεται να παρουσιαστεί στο υπουργικό συμβούλιο στις 9 Δεκεμβρίου…
Για τον Μακρόν, η κατάσταση φαντάζει πια «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα». Από τη μία, είναι εμφανές ότι προσπαθεί με μια άτσαλη τέρμα δεξιά στροφή να προσεγγίσει τους ψηφοφόρους της Ακροδεξιάς, ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2022. Και από την άλλη, θα πρέπει μέχρι τότε να διατηρήσει ενωμένη την κυβερνητική συμμαχία με τους κεντρώους MoDem και τους κεντροδεξιούς Agir (διασπασθείσα ομάδα από τους δεξιούς Ρεπουμπλικανούς), η οποία διέρχεται τώρα νέα κρίση.
Διεθνές στίγμα
Ολα αυτά, μοιραία, στιγματίζουν το πολιτικό προφίλ του. Κάτι που αποτυπώνεται πια και στον διεθνή Τύπο. Οι νόμοι περί «καθολικής ασφάλειας» και «ισλαμικού αυτονομισμού» «ενισχύουν τις επικρίσεις περί ανησυχητικής μετατόπισης της κυβερνητικής πολιτικής προς την καταστολή», γράφουν οι New York Times. Κι όλα αυτά, προσθέτει η γερμανική Frankfurter Rundschau, συμβαίνουν σε μία χώρα που «εδώ και τρία χρόνια βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης», μάλιστα με το Συμβούλιο Αμυνας να συντονίζει σήμερα ακόμη και τη διαχείριση της πανδημίας.
«Η εφαρμογή του άρθρου 24 θα μπορούσε να οδηγήσει» το Παρίσι «ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου», γράφει η Deutsche Welle. Μπορεί άλλωστε «η πανδημία, η οικονομική κρίση και μια σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων να γέννησαν δικαίως την επιθυμία για ένα προστατευτικό κράτος», παρατηρούν οι Financial Times, όμως -ως γνωστόν- ο σκοπός δεν «αγιάζει και τα μέσα»…
