«Σήμερα το πρωί με κυρίευσε μια τέτοια θλίψη για την ταχύτητα της ζωής -την απόσταση που έχω διανύσει από τη νιότη μου, την ανθεκτικότητα των παλιών λαθών, τα καινούργια λάθη, την ευχέρεια της ήττας να ανανεώνεται διαρκώς βρίσκοντας νέες μορφές…»
Ο Αμερικανός Ντένις Τζόνσον γεννήθηκε το 1949 στο Μόναχο και μεγάλωσε στο Τόκιο, στη Μανίλα και στην Ουάσινγκτον. Πέθανε το 2017. Στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα είχε δάσκαλο τον Ρέιμοντ Κάρβερ. Η συγκεκριμένη είναι η τελευταία συλλογή διηγημάτων του.
[«Χιόνιζε τώρα για τα καλά, και ήταν Σάββατο βράδυ. Κόσμος στο πεζοδρόμιο. Οι άνθρωποι έρχονταν προς το μέρος μου γέρνοντας για να προστατευτούν απ’ τον αέρα, με τους ώμους καμπουριασμένους, με τα παλτά σφιχτά κλεισμένα, με τις νιφάδες να πέφτουν στα πρόσωπά τους και, παρότι τα πρόσωπα ήταν σκοτεινά, ένιωθα ότι έβλεπα μέσα στα μάτια τους… Εξω από το παράθυρό μου, ένα παχύ στρώμα χιονιού κάλυπτε το περβάζι. Διαισθάνθηκα μια σιωπή γεμάτη προσμονή, μια πελώρια απουσία που περιέβαλλε τα πάντα… Πρέπει να ήταν γύρω στη μία το πρωί, νομίζω. Η λεωφόρος Παρκ έμοιαζε ανέγγιχτη και απαλή – κανένα όχημα δεν είχε σημαδέψει την επιφάνειά της. Η πόλη ήταν σχεδόν απόλυτα ακίνητη, οι ελάχιστοι ήχοι της ακούγονταν πνιχτοί κι ωστόσο πλήρως διακριτοί… Κοιτούσα από το πίσω τζάμι τις λαμπερές σιωπές να πέφτουν μέσα απ’ τα φώτα του δρόμου, και τα φρέσκα μαύρα ίχνη μας να χάνονται στο άπειρο…»
Ο συγγραφέας Φίλιπ Ροθ είχε πει γι’ αυτόν: «Ο Τζόνσον μάς αποκάλυψε τα πιο σκοτεινά, τα πιο άγρια βάθη της αμερικανικής ζωής, όπως ο Μαρκ Τουέιν στον Χόκλμπερι Φιν και ο Φόκνερ στα μυθιστορήματά του… Δεν υπήρχε όμοιός του».
«Ναι, λοιπόν. Πήγα να δω τη μάνα μας.
Μάζεψε κι έγινε μια μικρή τελίτσα όσο την κοιτούσα.
Είπε,
Επαιρνα έναν υπνάκο και κάποτε ξυπνούσα
Ακουγα ένα σκυλί να κλαψουρίζει και ξυπνούσα
Και το σκυλί ήταν μέσα μου, ένα κουτάβι
Εκλαιγε, ποτάμια δάκρυα μέσα μου».
Ζωές στο περιθώριο του «αμερικανικού ονείρου», τα «ανθρώπινα απορρίμματα» του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, που συσσωρεύουν ένα ψυχικό φορτίο ανά πάσα στιγμή έτοιμο να εκραγεί, αυτούς για τους οποίους ο Αμερικανός συγγραφέας Ρίτσαρντ Φορντ είπε: «Στα πρόσωπά τους έχω δει τα υπολείμματα αυτού που σχεδόν κατάφεραν να είναι, αλλά απέτυχαν, πριν γίνουν τελικά ο εαυτός τους».
«Ενα πιάνο που έπαιζε μια λάτιν μελωδία με οδήγησε μέσα από την είσοδο σε μια μελαγχολική ατμόσφαιρα, ένα σκοτεινό μπαρ, ταγκή μυρωδιά, η κουρασμένη μελωδία του πιάνου, και μία και μοναδική πελάτισσα, μια ψηλή ελκυστική γυναίκα με πλούσια ξανθά μαλλιά… Είχε ένα αγέρωχο ύφος γεμάτο αυτοκυριαρχία, αν και ήταν εξίσου πιθανό να έκλαιγε».
Οι ανθρώπινοι δεσμοί και η ευθραυστότητά τους, η αιώρηση ανάμεσα στη μοναξιά και τη δέσμευση, η λαχτάρα για την ασφάλεια που παρέχει η συνύπαρξη, η διάψευση των ελπίδων, οι «σχέσεις» που γίνονται «συνήθεια» στερημένες από νόημα.
«Χθες βράδυ η Ελέιν κι εγώ ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και βλέπαμε τηλεόραση, και τη ρώτησα τι θυμόταν. Οχι και πολλά. Λιγότερα απ’ ό,τι εγώ. Εχουμε μια μικρή τηλεόραση πάνω σε μια συρταριέρα στην άκρη του δωματίου. Την έχουμε ανοιχτή κι είναι μια αφορμή για να μένουμε ξύπνιοι στο κρεβάτι. Πρέπει να πω εδώ ότι έχω ζήσει πλέον πιο πολύ στο παρελθόν απ’ ό,τι μπορώ να ελπίζω πως θα ζήσω στο μέλλον. Εχω πολύ περισσότερα να θυμάμαι απ’ ό,τι να προσδοκώ. Η μνήμη ξεθωριάζει, ελάχιστα μένουν απ’ το παρελθόν, και δεν θα με πείραζε κιόλας αν ξεχνούσα άλλα τόσα».
Συχνά, το μόνο καταφύγιο είναι οι εξαρτήσεις. Η συλλογή διηγημάτων του «Jesus son», του 1992, με την οποία έγινε ευρύτερα γνωστός, με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, αποτελείται από κείμενα γραμμένα στη διάρκεια του εθισμού του στα ναρκωτικά, σε μια περίοδο που είχε διαζευχθεί για δεύτερη φορά και δεν είχε μόνιμη κατοικία. O τίτλος της συλλογής προέρχεται από έναν στίχο του τραγουδιού του Λιούις Αλεν «Λου» Ριντ «Heroin».
«Στην αρχή το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να φτιαχτώ, μου άρεσε να χασκογελάω έτσι, χωρίς λόγο… Μετά έγινε μαρτύριο, ήταν όμως ένα κουμπί που όποτε ήθελα το πατούσα και κατέστρεφα τον γνωστό κόσμο… Οσο καιρό έμεινα στη φυλακή αναρωτιόμουν αν αυτό το μέρος ήταν κάτι σαν σταυροδρόμι των ψυχών. Δεν ξέρω τι σημαίνει το γεγονός ότι αυτούς τους ίδιους ανθρώπους τους ξαναείδα πολλές φορές στη διάρκεια της ζωής μου… να στρίβουν σε μια γωνία του δρόμου, να κοιτάζουν απ’ το παράθυρο ενός τρένου που περνούσε, ή να φεύγουν από ένα καφέ ακριβώς τη στιγμή που σήκωνα το βλέμμα και τους αναγνώριζα, κι εκείνοι έβγαιναν έξω και χάνονταν –κι έτσι νιώθω ότι το σύμπαν κάθε ανθρώπου είναι στην πραγματικότητα πάρα πολύ μικρό, σχεδόν όσο μια μικρή φυλακή, μια σειρά από κελιά στα οποία συναντά τους ίδιους συγκρατούμενους ξανά και ξανά».
*Επιμελητής Ανηλίκων Βέροιας
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Οι παρουσιάσεις είναι των ίδιων των αναγνωστών, εκείνων ακριβώς για τους οποίους γράφτηκε το βιβλίο. Είναι γραμμένες από αναγνώστες και απευθύνονται σε αναγνώστες. Και αυτό τις κάνει πιο προσωπικές, πιο προσιτές και πιο ανθρώπινες. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας στο [email protected].
