Ο φόβος είναι το χειρότερο ναρκωτικό. Απαξ και τον συνηθίσεις δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτόν. Και θέλει μεγάλο αγώνα για να καταφέρεις να αποτοξινωθείς. Κάποιοι δεν τα καταφέρνουν ποτέ. Είναι αυτοί που, κυρίως, δεν αποδέχονται την ύπαρξη των φόβων τους.
Και υπάρχουν πάρα πολλά είδη φόβου. Από την αγοραφοβία και τους φόβους οποιασδήποτε μορφής έκφρασης μέχρι την κλειστοφοβία και τα συνακόλουθά της. Ομως ο χειρότερος φόβος είναι ο φόβος του φόβου. Να φοβάσαι μη φοβηθείς και να μένεις αγκυλωμένος για μέρες, μήνες, χρόνια χωρίς δράση. Και φυσικά χωρίς αντίδραση. Να γίνεσαι έρμαιο των γεγονότων και των συνθηκών που σε περιβάλλουν.
Απλός θεατής. Σε αυτή την περίπτωση, σπάνια μπορείς να ονοματίσεις ακριβώς τον φόβο σου. Σαν να φοβάσαι ότι αν του δώσεις ταυτότητα θα τον κάνεις ακόμη μεγαλύτερο. Γιατί όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση από τους φόβους μας τόσο πιο πολύ γιγαντώνονται στο κεφάλι μας. Οταν ερχόμαστε πιο κοντά, το «τέρας» που είχαμε πλάσει με τη φαντασία μας συγκεκριμενοποιείται. Παίρνει τις κανονικές του διαστάσεις. Η αναμονή λοιπόν είναι η μάνα του φόβου. Το άγνωστο που εμπεριέχεται στο διαφορετικό μιας μελλοντικής συνθήκης.
Πόσες φορές δεν έχουμε υπερτιμήσει τα «τρομερά γεγονότα» που περιμέναμε να έρθουν. Με αποτέλεσμα να κρυβόμαστε όλο και πιο βαθιά στα καβούκια μας. Αποστειρωμένοι και άυλοι πια. Ομως πιο εκτεθειμένοι από ποτέ. Σαν τις στρουθοκαμήλους χώνουμε τα κεφάλια μας στο χώμα νομίζοντας πως έτσι προστατευόμαστε. Ομως αν κάνεις πως δεν βλέπεις κάτι, δεν σημαίνει πως συγχρόνως δεν υπάρχει. Ισα ίσα. Βγάζοντας το κεφάλι από τα σκοτεινά υπόγεια, ακόμα και το φως της μέρας φαντάζει τρομακτικό.
Ομως έτσι μάθαμε. Ετσι μας είπαν ότι είναι το «κανονικό». Μια ζωή στην άμυνα και αν καμιά φορά παίζαμε επίθεση και γυρνούσαμε σπίτι με γρατζουνισμένα γόνατα και μώλωπες στα χέρια, μας έβαζαν τιμωρία για μια βδομάδα στο δωμάτιο. Κι έτσι, μεγαλώνοντας, αρχίσαμε να αυτοτιμωρούμαστε μαζί με την τόλμη μας. Να την κλείνουμε στα πιο σκοτεινά δωμάτια και να διπλοκλειδώνουμε την πόρτα μην τυχόν και αποφασίσει να βγει χωρίς την άδειά μας.
Δεν είναι περίεργο που στις σημερινές κοινωνίες κάνουν θραύση οι φοβίες. Θεωρείται politically correct να μη λες ανοιχτά τη γνώμη σου, να μην αντιδράς στην αδικία, να κάνεις πως δεν βλέπεις. Και η δικαιολογία γνωστή: «Φοβάμαι για τα χειρότερα, οπότε ας αφήσω τα πράγματα ως έχουν».
Ομως αυτό, ευτυχώς, δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. Οι κοινωνίες είναι δυναμικές, σαν ζωντανοί οργανισμοί. Μια σπίθα αρκεί για να απαλλαγεί κανείς από τους φοβικούς εθισμούς του. Ενας ηχηρός αντίλογος για να τα κάνει όλα θρύψαλα. Συνήθως συμβαίνει όταν το πράγμα φτάνει στο μη παρέκει. Οταν δεν γίνεται αλλιώς. Η μάνα που ζητάει δικαίωση για το παιδί της που δολοφονήθηκε από ναζιστές είναι η σπίθα. Εμείς οι υπόλοιποι που πανηγυρίσαμε γι’ αυτήν τη δικαίωση ας τη διατηρήσουμε αναμμένη. Κι ας γίνει αυτή η αφορμή για τη συλλογική μας αποτοξίνωση.
