ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ του Πολυτεχνείου προτείνω να απαγορευτούν και οι παρακάτω εμπνευσμένοι από την εποποιία του στίχοι, ως εστίες υπερμετάδοσης συναισθημάτων. Τις μάχεται το Μαξίμου, όπως και το Σύνταγμα. Μοναδική του έγνοια καθόσον, η προστασία των μπίζνεσμαν της φερώνυμης πλατείας.

16 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973 Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια./ Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,/ αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,/ έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, – πώς μεγαλώνει/ το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 ΝΟΕΜΒΡΗ Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,/ πικρή πολιτεία,/ αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-/ ποιος θα πει: περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;/ Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια/ μ’ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο/ κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,/ και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια/ ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω/ απ’ τα καπνισμένα αγάλματα/ κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη/ στις λεωφόρους./ Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς/ πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; (Γιάννης Ρίτσος)

1050 ΧΙΛΙΟΚΥΚΛΟΙ «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»/ Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,/ δεν σου ’στειλε ένα μήνυμα μητέρα,/ αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιου σου,/ ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.// «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»/ Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,/ εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,/ χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,/ σε στόματα μανάδων η κατάρα.// Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,/ τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,/ δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία/ κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.// «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»/ Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο/ δεν αναφέρονται οι νεκροί που είν’ στο ψυγείο,/ λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,/ πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες. (Κωστούλα Μητροπούλου)

ΜΙΚΡΟΣ ΤΥΜΒΟΣ Δίχως τουφέκι και σπαθί, με τον ήλιο στο μέτωπο,/ υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.// Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ώς εκεί/ που ωραία λουλούδια τις μορφές σας/ λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,/ μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή. (Νικηφόρος Βρεττάκος)

ΑΧΟΣ ΒΑΡΥΣ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ/ κι ερπύστριες κυλάνε./ Πατήσια κι Αμπελόκηποι/ καίγονται σα λαμπάδες.// Ξένοι δεν είναι τούτοι εδώ,/ ελληνικά μιλάνε./ Οπου μωρό πυροβολούν/ όπου γυναίκα ρίχνουν.// Βαρούν ντουφέκια από παντού/ βαρούν τα πολυβόλα./ Σφαλούν πορτοπαράθυρα/ στο δρόμο κάποιος τρέχει.// Καρδιά για πάψε να χτυπάς/ καρδιά που πας να σπάσεις./ Η πόλη τούτη είναι άπαρτη/ τα σπίτια είναι δικά μας. (Φώντας Λάδης)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΚΑΙ Η ΠΟΡΤΑ Εκεί που έπεσε// είναι μια κόκκινη λίμνη, ένα κόκκινο δέντρο, ένα κόκκινο πουλί./ Σηκώθηκε όρθια/ η πεσμένη καγκελόπορτα/ – χιλιάδες άλογα./ Λαός καβαλίκεψε./ Κομνηνέ! – φωνάξαμε./ Γύρισε και μας κοίταξε/ δε φορούσε επίδεσμο/ ούτε στεφάνι./ Ασπρα άλογα, κόκκινα άλογα/ και μαύρα, πιο μαύρα / – καλπασμός, η ιστορία./ Να προφτάσουμε. (Γιάννης Ρίτσος)