Αρκετοί έχουμε χρησιμοποιήσει το γνωμικό «Ενός κακού μύρια έπονται», του τραγικού συγγραφέα Σοφοκλή. Ετσι με τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς λόγω κορονοϊού δεν πραγματοποιούνται πολλές κοινωνικές, φιλικές, συγκεντρώσεις.
Αυτές που συναντώνται οι φίλοι κι οι γνωστοί, οι παρέες στη γειτονιά, στο χωριό. Τέτοιες μέρες απανταχού της Ελλάδας ανάβουν τα καζάνια για να τρέξει το τσίπουρο, η τσικουδιά, η ρακή, το απόσταγμα. Μόνο φέτος οι πολυάριθμες συντροφιές εκλείπουν. Τέσσερα, πέντε άτομα, άντε στη ζούλα ακόμα κάνα δυο καζανιάζουν τα στέμφυλα των σταφυλιών. Ομως το καζάνιασμα θέλει παρέα, να τρέξει το πιοτό στα ποτήρια, ψήσιμο κρεατικών, μεζέδες, γλυκά, μουσική και χορό. Αυτά τα χάσαμε για φέτος· ή μήπως όχι;
Πέρσι τέτοιες μέρες βρέθηκα σε χωριό της Δυτικής Λέσβου για την απόσταξη. Οι πρωτεργάτες αμπελουργοί είχαν βάλει φωτιά και ξεκίνησαν νωρίς το απόγευμα. Να γίνει η πρώτη απόσταξη, αυτή δεν πίνεται, για να ακολουθήσουν οι άλλες με το καθαρό απόσταγμα. Ωρα με την ώρα οι καλεσμένοι κι οι περαστικοί πλήθυναν. Οποιος ερχόταν έπαιρνε κι ένα ποτήρι στο χέρι, για τσίπουρο ή κρασί. Στην αυτοσχέδια ψησταριά έριχναν συνέχεια κάρβουνα και στη σχάρα κοψίδια, λουκάνικα, μπριζόλες, συκώτι. Γλυκές ντομάτες για σαλάτα. Κι οι πρώτες τσακιστές ελιές· «κλαστάδες» στη γλώσσα της περιοχής. Ολα ντόπιων παραγωγών.
Το τσίπουρο και το κρασί μάς ένωσε σε μια μεγάλη παρέα. Από κοντά κι η μουσική, με ένα ακορντεόν, ένα λαούτο κι ένα μπουζούκι. Οι μουσικοί συνταίριασαν, αν και δεν είχαν παίξει μαζί νωρίτερα. Τραγούδια του γλεντιού, της παρέας, καρσιλαμάδες και συρτά, μερακλίδικά, γνωστά και άγνωστα. Στον πλαϊνό δρόμο έσερναν τον χορό οι χορευτές και κάθε τόσο έμπαζαν στον χορό, τραβώντας τον από το χέρι, και κάποιον αναποφάσιστο.
Αυτός που είχε την ευθύνη για τη φωτιά την τροφοδοτούσε όποτε χρειαζόταν. Κάποιος άλλος έλεγχε το κλείσιμο του καζανιού, μη τυχόν και σπάσει ή ζύμη που ενώνει το καζάνι με τον άμβυκα. Κι από κάτω να ρέει ζεστό το αγνό απόσταγμα, το τσίπουρο. Οι παλαιότεροι και μυημένοι να λένε στους νιόφερτους «πιες από αυτό, τούτο είναι πιοτό». Κι ευχές να δίνουν και να παίρνουν: «στην υγειά μας», «καλοξόδιαστο να ’ναι», «και του χρόνου». Ακολουθούσε άλλος ένας γύρος κεράσματα και μεζελίκια. Κάποια στιγμή βγήκαν τα γλυκά· δίπλες και λουκουμάδες.
Η μυσταγωγία κράτησε αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, για όσους άντεξαν. Οπως έγινε γνωστό οι μικροί παραγωγοί πήραν λιγοστή ποσότητα τσίπουρο. Γιατί από το «άντε να πιούμε άλλο ένα» κι «άντε στην υγεία μας» το περισσότερο καταναλώθηκε αυτό το βράδυ.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
