Ποιος είναι ο κερδισμένος και ποιος ο χαμένος από τον τερματισμό της σύγκρουσης Αρμενίας-Αζερμπαιτζαν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, η Μόσχα ή η Αγκυρα;
Οι σχετικές αναλύσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας στη Ρωσία και την Τουρκία διίστανται. Αλλες δίνουν έμφαση στην παρεμβολή ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων ανάμεσα στις δύο αντίπαλες πλευρές και άλλες στη νομιμοποίηση της ανάμειξης της Τουρκίας σε μια σύγκρουση στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ, το σημερινό «πρόσω εξωτερικό» για το Κρεμλίνο.
Σε κάθε περίπτωση η άποψη της Ουάσινγκτον είναι ξεκάθαρη, ότι δηλαδή η απόφαση του Ερντογάν στα τέλη Σεπτεμβρίου να εξωθήσει το Μπακού στην αναζωπύρωση μιας παγωμένης σύγκρουσης ανέδειξε τη Μόσχα σε ηγεμονικό επικυρίαρχο στον Νότιο Καύκασο, αυξάνοντας ταυτόχρονα την επιρροή της και στην Αρμενία και στο Αζερμπαϊτζάν.
Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει με την προσέγγιση της διά της εις άτοπον απαγωγής.
Αν όντως ο Ερντογάν είχε σπάσει το άβατον της πρώην ΕΣΣΔ, που είναι εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες αδιαπραγμάτευτη κόκκινη γραμμή για το Κρεμλίνο, τότε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Πομπέο θα έβρισκε τον χρόνο να συναντήσει τους Ερντογάν – Τσαβούσογλου πριν ή μετά την προγραμματισμένη συνάντησή του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Η περιοδεία Πομπέο έχει σταθμούς τη Γαλλία, τη Γεωργία, το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα και το Ισραήλ και περιλαμβάνει συναντήσεις με τους ηγέτες τους.
Σήμερα και για το ορατό μέλλον καμιά από τις δύο αντίπαλες πλευρές στον Ναγκόρνο Καραμπάχ δεν θα έχει τη δυνατότητα να αναζωπυρώσει τη σύγκρουση χωρίς να διακινδυνεύσει ένοπλη εμπλοκή με τη ρωσική στρατιωτική δύναμη, η οποία ήρθε για να μείνει στην περιοχή και πέραν της πενταετίας που προβλέπει η εκεχειρία.
Με άλλα λόγια, ο Ερντογάν με τον παρεμβατικό μικρομεγαλισμό του στον Καύκασο έδωσε στο Κρεμλίνο την ευκαιρία να θέσει υπό πλήρη έλεγχο μια σύγκρουση που χρονολογείται από το 1988.
