Οι λοιμοί θέτουν έναν καθρέφτη στις κοινωνίες που προσβάλλουν. Μια πανδημία θα εκθέσει τις αποτυχίες μιας κυβέρνησης που δεν επενδύει στην υγεία των πολιτών και δεν αντιμετωπίζει τους συλλογικούς κινδύνους που προκύπτουν όταν οι ευάλωτες ομάδες δεν έχουν υγειονομική προστασία.
Επίσης, μια πανδημία και τα αδιέξοδα που αναδεικνύονται στη διάρκειά της αντανακλούν τις λάθος επιλογές και τις υπερτιμημένες προτεραιότητες του παρελθόντος. Αρκετές φορές όμως η υγειονομική λαίλαπα υποδηλώνει την ανεπάρκεια, την αδιαφορία και ενίοτε την υστεροβουλία των κυβερνήσεων να αναγνωρίσουν τις «γκρίζες ζώνες» των συστημάτων υγείας και την απροθυμία να τις εξαλείψουν. Κοντολογίς, οι πανδημίες, η απρόσμενη εμφάνισή τους και οι ανεξέλεγκτες επιπτώσεις τους λειτουργούν ως «αξιολογητής» των ηγεσιών.
Το πρωταρχικό ζήτημα που αναδείχθηκε με την πανδημία αφορά τον χαρακτήρα της Υγείας -δημόσιος ή ιδιωτικός- και τις αναλογίες που εξασφαλίζουν την επαρκή κάλυψη των πιο φτωχών και ευάλωτων ανθρώπων. Η τωρινή εμπειρία έδειξε ότι οι επιλογές που έγιναν τα τελευταία τριάντα χρόνια άφησαν τους ανθρώπους αυτούς εκτεθειμένους και ανυπεράσπιστους.
Κατά τη διάρκεια του 1970 και του 1980, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και άλλοι διεθνείς φορείς προσπάθησαν και πέτυχαν τη βελτίωση της υγείας των φτωχών του κόσμου συγκρατώντας τις υπερβολές του ιδιωτικού τομέα. Επέβαλαν περιορισμούς, κώδικες και «δεοντολογικά κριτήρια», ώστε να περιορίσουν και να εξασθενίσουν τα στελέχη των εταιρειών που ασχολούνται ή επηρεάζουν την Υγεία και έτσι κατάφεραν να θέσουν υπό έλεγχο πολλά από τα επιχειρηματικά τους σχέδια που προωθούσαν τους αποκλεισμούς, υπέσκαπταν την κατάσταση της υγείας των ανθρώπων και περιόριζαν τον δημόσιο χαρακτήρα της. Η επιτυχία στηριζόταν στη συνεργασία των εθνικών κυβερνήσεων, αλλά όπου οι πολιτικοί εφάρμοσαν τις συστάσεις τους πέτυχαν απτά αποτελέσματα.
Εκτοτε, το παγκόσμιο καθεστώς για την Υγεία έχει ανατραπεί. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών, ο ιδιωτικός τομέας έχει αναδειχθεί ως η κορυφαία πηγή χρηματοδότησης στον κόσμο, ως ηγέτιδα δύναμη στον αγώνα κατά των θανατηφόρων ασθενειών και ως κορυφαίος πάροχος των υπηρεσιών υγείας. Οι πόροι μερικών από τις ιδιωτικές εταιρείες του κλάδου που εμπλέκονται στην παγκόσμια υγεία σήμερα κάνουν τους πόρους του ΠΟΥ να φαίνονται πάρα πολύ μικροί.
Για την κυρίαρχη πολιτική άποψη που έχει επικρατήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια στον πλανήτη, οι εταιρείες αυτές συγκεντρώνουν τις ιδιότητες του «θαυματουργού σωτήρα», του «ευαίσθητου ευεργέτη» και του «ανιδιοτελούς συμπαραστάτη». Ομως στην πράξη φάνηκε ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παίζουν ένα διπλό παιχνίδι: διαταράσσουν τις κοινωνίες και ανατρέπουν ισορροπίες με το ένα χέρι και υπογράφουν μεγάλα τσεκ φαινομενικά για να «βοηθήσουν» με το άλλο.
Και εδώ τίθεται ένα μείζονος σημασίας θέμα: Μπορεί η υγεία των ανθρώπων να αφεθεί στα χέρια μιας δράκας επιχειρηματιών της Υγείας; Η εμπειρία από την αντιμετώπιση της κρίσης του AIDS προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα. Το 2000, καθώς η παγκόσμια επιδημία HIV/AIDS μαινόταν, το κοκτέιλ τριών αντιρετροϊκών φαρμάκων κόστιζε περισσότερα από 10.000 δολάρια ανά άτομο ετησίως -πολύ περισσότερα από όσα μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά το 99% των σχεδόν 25 εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως που ζούσαν με HIV.
Χρειάστηκαν πολυετείς νομικοί και πολιτικοί αγώνες για να μειωθεί το ετήσιο κόστος σε προσιτά επίπεδα για τους πολλούς και η θεραπεία να πάψει να είναι προνόμιο. Σήμερα που οι ελπίδες της παγκόσμιας κοινότητας έχουν στραφεί στα εμβόλια και στις θεραπείες για τον Covid, το ερώτημα που προβάλλει πιεστικά είναι αν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας θα μπορούσαν να εμποδίσουν τα εμβόλια ή τα φάρμακα να φτάσουν στους φτωχούς και ευάλωτους.
Η αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού ανέδειξε επίσης την ανάγκη των επενδύσεων σε υποδομές. Η εμπειρία της Αϊτής με την επιδημία χολέρας είναι η πιο χαρακτηριστική της σημασίας των υποδομών ως μέσου αποτροπής και αντιμετώπισης των υγειονομικών κρίσεων. Στην Αϊτή, η χολέρα βρήκε τον ιδανικό οικοδεσπότη της, καθώς δεν διέθετε κανένα σύγχρονο σύστημα επεξεργασίας νερού.
Οπως είπε στους New York Times ο Paul S. Keim, ο γενετιστής που μελέτησε τα στελέχη της χολέρας της Αϊτής και του Νεπάλ, «ήταν σαν να ρίχνεις ένα αναμμένο σπίρτο σε ένα δωμάτιο γεμάτο βενζίνη». Σήμερα που ο συνωστισμός δρα όπως το «αναμμένο φιτίλι» στον δυναμίτη, η ανάγκη επενδύσεων σε υποδομές υγείας, παιδείας, συγκοινωνιών και στις δομές των πόλεων είναι ζήτημα «ζωής ή θανάτου». Αν το κράτος εκχωρήσει την υποχρέωση αυτή σε ιδιώτες, τότε οι αποκλεισμοί και η κερδοσκοπία θα έχουν ως αποτέλεσμα -τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα- οι ευάλωτοι να στερηθούν τα οφέλη τους.
Ο κορονοϊός θα νικηθεί αλλά αν τροπαιούχοι ανακηρυχθούν αυτοί που τον εκμεταλλεύτηκαν, τότε οι ηττημένοι θα είναι οι… άνθρωποι.
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
