Αργά κυλούν οι μέρες του φθινοπώρου, τόσο αργά που η εβδομάδα έρχεται και φεύγει χωρίς να καταλάβεις πώς, χωρίς να ξέρεις γιατί. Μικρά και μεγάλα γεγονότα περιστρέφονται γύρω σου, δημιουργώντας δίνες που σε παρασύρουν, για λίγο ή για περισσότερο, χωρίς στο τέλος να σου λένε κάτι.
Ρουτίνα. Αναρωτιέσαι, υπάρχει χαρούμενη ρουτίνα; Μπορεί η χαρά να γίνει ρουτίνα; Να είσαι τόσο τυχερός που να βαριέσαι τις ευτυχισμένες μέρες; Που όλα να πηγαίνουν κατ’ ευχήν και τίποτα να μην μπορεί να σκιάσει τις ηλιόλουστες μέρες σου;
Οι μέρες νυχτώνουν τώρα όλο και πιο νωρίς. Σαν να κουράστηκαν από τη ζέστη και τον ήλιο και τα παιχνίδια στη θάλασσα. Σαν να μην έχουν σημασία πια τα μαλλιά που ξανθαίνουν και κοκκινίζουν στις άκρες τους, τα καλοκαιρινά κοντομάνικα μπλουζάκια και τα φορέματα με τα τροπικά λουλούδια. Ή τα δερμάτινα σανδάλια από το Μοναστηράκι, που ξαφνικά πάλιωσαν κι αυτά. Κουράζεσαι όταν τα φοράς πια. Πότε τ’ αγόρασες; Ω, πάνε δυο χρόνια τώρα.
Πόση κούραση κάθε βράδυ που πέφτεις στο κρεβάτι, πόσο λαχταράς μιαν αλλαγή. Ακόμα λαχταράς τη θάλασσα, ένα μπάνιο, έστω ένα, εκείνο το τελευταίο. Οταν βγεις να κρυώνεις λίγο και να πεις «φτάνει πια, του χρόνου πάλι».
Θυμάσαι ένα απόγευμα, μέσα Σεπτέμβρη στην Αμοργό, καθισμένη κάτω από ένα αρμυρίκι στην Αιγιάλη. Κάτι διάβαζες. Ο ήλιος γλυκός, κάπως αδύναμος, σου χαϊδεύει την πλάτη πότε πότε. Μα, τι διάβαζες; Ή μήπως γέμιζες λέξεις το σημειωματάριό σου; Τα ξημερώματα θα έπαιρνες το πλοίο για τον Πειραιά. Τελευταίο βράδυ στο νησί, τελευταίο μπάνιο, έως το άλλο καλοκαίρι.
Πέμπτη απόγευμα, σε ένα μπαλκόνι. Φωνές παιδιών δεν ακούγονται στη γειτονιά – οι μάνες τα μάζεψαν στα σπίτια, τους κάνουν μάθημα πώς να μην παίζουν στο προαύλιο του σχολείου από Δευτέρα, πώς να κρύβουν τα χαμόγελα και τις λύπες τους πίσω από χάρτινες ή υφασμάτινες προσωπίδες. Αδειασε κι η παιδική χαρά στη γειτονιά. Ανάγκα γαρ…
Ω, να μπορούσα να κάνω μια εκδρομή, σκέφτεσαι. Να περπατήσω πάλι στην παλιά πόλη στα Χανιά ή να με πάρει ο αέρας στον Κούλε, ακόμα και στην Ιο, κι ας σε ραπίζει η άμμος στο Μαγκανάρι. Και να πιω μια ρακή κάτω από τις μπουκαμβίλιες, ακουμπώντας την πλάτη σε έναν ασβεστωμένο τοίχο, δίπλα σε ένα λουλακί παράθυρο.
Μια γνωστή περνάει από τον δρόμο. Σε βλέπει στο μπαλκόνι και σε ρωτάει: «Πώς είσαι; Ξεκουράζεσαι;». «Οχι, αργώ», θέλεις να της απαντήσεις, αλλά το κρατάς κάτω από τη γλώσσα σου. «Καλά είμαι. Εσύ τι κάνεις;», απαντάς κι ακούς μια ανάλογη κοινοτοπία.
Σε χαιρετά και φεύγει.
Κλείνεις τα μάτια σου. Βλέπεις ένα όνειρο. Αναπαυτικά σε έναν ωραίο καναπέ σε μια αετοφωλιά, μπροστά σε μια μικρή πισίνα, ίσα που φτάνει για δυο-τρεις απλωτές, σούρουπο, με θέα τον ναό της Αθηνάς.
Οταν ανοίγεις τα μάτια, έχεις μπροστά σου μια οθόνη και χτυπάει ένα τηλέφωνο.
Ενα ποίημα περνά μπροστά από τα μάτια σου: «Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα/ κι είναι στη μυρωδιά της μέσα που το ψάρι αστράφτει/ μάταια μην ψάχνεις
Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη/ πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα.
Υπερούσιος πας ενώ πάνω από το κεφάλι σου/ απλώνεται ο βυθός με τα χρωματιστά του βότσαλα σαν άστρα.
Ω μουσική ω Κυριακή συννεφιασμένη».*
Και όμως χαμογελάς. Η δική σου αληθινή μέρα ξέρεις πως δεν παράπεσε. Ηταν μια σχισμή στον χρόνο: πέντε ή έξι ώρες, τριακόσια ή τριακόσια εξήντα λεπτά, μια γουλιά καφές, λίγο πικρός, άρωμα από πικραμύγδαλο και οι κουβέντες για δρόμους και ταξίδια.
Ο αέρας δρόσισε, οι ειδήσεις στο απέναντι μπαλκόνι ακούγονται τρομακτικές. Ξανακλείνεις τα μάτια σου. Τυλίγεσαι με ένα σάλι, κάποιος σου φέρνει ένα ποτήρι λευκό κρασί. Ανοίγεις την κουρτίνα, περνάς και την αφήνεις να πέσει. Και επιστρέφεις στην αληθινή σου μέρα.
* «THROUGH THE MIRROR», Μαρία Νεφέλη, Οδυσσέας Ελύτης
