«Τραγούδια που μου έμαθε η μητέρα μου». Τίτλος της αυτοβιογραφίας του Μάρλον Μπράντο και ενός από τα τσιγγάνικα τραγούδια του Ντβόρζακ. Η δική μου μητέρα δεν μου έμαθε πολλά τραγούδια, αλλά δυο-τρία πράγματα για το πώς γράφουν. Ενας κανόνας είναι ότι το πρώτο πρόσωπο καλύτερα να αποφεύγεται στη δημοσιογραφία, οπωσδήποτε δεν ταιριάζει στο ρεπορτάζ και ίσως επιτρέπεται με φειδώ στο χρονογράφημα, μόνο αν ο γραφιάς είναι αρκούντως καλός, ιδιότητα μάλλον υποκειμενική. «Ο αναγνώστης νοιάζεται για τα γεγονότα, όχι πώς ένιωσες εσύ όταν τα είδες», τη θυμάμαι να λέει.
Ο δεύτερος κανόνας είναι ότι το επίθετο είναι ο εχθρός του ουσιαστικού. Ο ήλιος δεν χρειάζεται να είναι στρογγυλός μενεξεδένιος, πύρινος δίσκος ή οτιδήποτε άλλο. Ανατέλλει και δύει χωρίς να νοιάζεται για τη δική σου μελαγχολία και καλό είναι να φοράς μαύρα γυαλιά μη στραβωθείς και πέσεις σε καμιά λακκούβα.
Εννοείται πως και τους δύο κανόνες τους παραβιάζω με μεγάλη χαρά. Και περιαυτολογώ όταν μου δίνεται η ευκαιρία, σαν κι αυτό το «πενάκι» όπως το βάφτισαν οι συνάδελφοι, λέξη που με εκνευρίζει γιατί έχω να πιάσω πενάκι στα χέρια μου από το Δημοτικό, όταν κάποιοι συμμαθητές χάριζαν πένες Parker στα γενέθλια. Και γράφω με σχοινοτενείς προτάσεις, επίθετα, παρομοιώσεις κι άπειρα κόμματα, σε βαθμό οι διορθωτές να πονοκεφαλιάζουν κι εγώ καμιά φορά να μη βγάζω νόημα.
Δεν πειράζει, υπάρχει πάντα καιρός να διορθωθώ και να μάθω να σφυρίζω νέους σκοπούς – ακόμα και αν λένε ότι δεν μπορείς να μάθεις σε γέρικο σκυλί νέα κόλπα. Καιρός υπάρχει. Αν μέχρι τότε θα υπάρχουν αναγνώστες που ενδιαφέρονται να διαβάσουν τι γράφω, μένει να αποδειχτεί.
