ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ντίνα Δασκαλοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Θα έπρεπε να υπάρχει ένα σιδερένιο τείχος στη θάλασσα. Κανένας Αλβανός να μην μπαίνει». Αλλάζοντας μονάχα μια λέξη, η φράση του Ιταλού πρωθυπουργού το μακρινό 1997 θα μπορούσε να είχε ειπωθεί ακόμα και σήμερα: αντί για Αλβανός, βάλτε «λαθρομετανάστης» και το ταξίδι στον χρόνο ολοκληρώθηκε.

Η Ευρώπη-φρούριο, που τα τελευταία χρόνια δείχνει απροκάλυπτα το πιο άγριο πρόσωπό της, έχει βαθιές ρίζες, όσο μακριά είναι και η ιστορία των ανθρώπων που κατατρεγμένοι διασχίζουν τις θάλασσές της αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Το 2014 στην Ελλάδα ζήσαμε κάτι παρόμοιο στο Φαρμακονήσι, το 1997 το θέατρο της τραγωδίας ήταν τα στενά του Οτραντο.

Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, δύο παιδικοί φίλοι, ο Ιώνιαν Μπισάι και ο Σωτήρης Τσίγκανος, καταγράφουν με την κάμερά τους τον αγώνα των συγγενών των θυμάτων για δικαίωση. Η ταινία τους συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα των ελληνικών ταινιών μικρού μήκους στις 26ες Νύχτες Πρεμιέρας.

Λανθάνουσα κοινότητα

Ο Ιώνιαν και ο Σωτήρης τα τελευταία χρόνια λειτουργούν ως εικαστικό δίδυμο και το όνομα που έχουν επιλέξει για την ομάδα τους είναι χαρακτηριστικό της ερευνητικής τους δουλειάς: η Latent Community, η λανθάνουσα κοινότητα, αναζητά την έννοια της κοινότητας και ψηλαφεί την ταυτότητα, επιχειρώντας να ενώσει κοινότητες, να προωθήσει τη συμμετοχικότητα και τη συνομιλία επιλέγοντας θέματα ή οπτικές σε θέματα με βαθιά κριτικό χαρακτήρα. Επιλέγουν ιστορίες από το χτες, όπως αυτή του ναυαγίου στο Οτραντο, για να μιλήσουν για το σήμερα.

Το ναυάγιο αυτό, το πρώτο πολύνεκρο στα νερά της Ευρώπης, ήταν η πρώτη πράξη μιας εποχής που κορυφώνεται σήμερα και μιας πολιτικής γραμμής που αντιμετωπίζει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες ως εχθρό που πρέπει να εξολοθρευτεί.

«Μας ενδιαφέρει μια ισότιμη σχέση με τους συμμετέχοντες στα πρότζεκτ μας. Από τη μια υπάρχει ο σκοπός του έργου κι από την άλλη ο σκοπός του ανθρώπου. Εμείς κάναμε μια ταινία κι εκείνοι ένα ταξίδι με σκοπό τη δικαίωση των συγγενών τους κι έτσι αποκτήσαμε έναν κοινό σκοπό», μας λέει ο Τσίγκανος. «Δεν θέλουμε απλώς να είμαστε αυτόπτες μάρτυρες μιας ιστορίας, αλλά να είμαστε συμμετοχικοί, να λέμε με τους ανθρώπους μια ιστορία μαζί».

Δηλαδή, όπως εξηγεί ο Μπισάι, «να σπάσουμε το πρότυπο για τον καλλιτέχνη όπως διαμορφώθηκε τον 20ό αιώνα, αυτό του φωτισμένου, εμπνευσμένου, παντογνώστη». Γι’ αυτό και οι δύο περιγράφουν το Latent Community ως «εξελισσόμενη εικαστική έρευνα» που αναδεικνύει ιστορίες κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής δικαιοσύνης.

Οι δυο τους γνωρίστηκαν στην πρώτη Γυμνασίου σε ένα σχολείο της Νέας Σμύρνης. Ο Σωτήρης ζωγράφιζε μόνος και ο Ιώνιαν του ζήτησε να δει τη ζωγραφιά του. Από τότε μέχρι και σήμερα, στα 28 τους, ακολούθησαν παράλληλες διαδρομές με σπουδές στα εικαστικά και συνδημιουργούν μια σειρά από πρότζεκτ – με πρώτο το ντοκιμαντέρ για το Κάλλιο, το βυθισμένο στην τεχνητή λίμνη του Μόρνου χωριό της Φωκίδας. Χρησιμοποίησαν παλιές αεροφωτογραφίες, χάρτες και υπό τις οδηγίες ενός βοσκού, του μοναδικού που έχει απομείνει στην περιοχή, έκαναν υποβρύχιες λήψεις στο χωριό. Το υλικό προβλήθηκε στην Μπιενάλε της Αθήνας, όπου γύρω από ένα τραπέζι οι χαμένοι πια χωριανοί ξανασυναντήθηκαν δημιουργώντας έναν νέο «τόπο» μακριά από τον τόπο τους.

Αυτόν τον «τόπο» μακριά από τον τόπο δημιουργούν κάθε χρόνο επί 21 χρόνια οι συγγενείς του ναυαγίου του Οτραντο καταμεσής της θάλασσας. Επιστρέφουν στην Ιταλία ζητώντας δικαίωση στα δικαστήρια και αναβιώνουν τη μνήμη πετώντας λουλούδια για τους δικούς τους στα κύματα.

Οι ιστορίες τους θα μπορούσαν να είναι οι ιστορίες των ανθρώπων που φτάνουν κάθε μέρα στις ακτές μας – μονάχα που οι Αλβανοί δεν έφυγαν κυνηγημένοι από τις βόμβες, αλλά από τη φτώχεια, την ανεργία, την οικονομική κατάρρευση. Αλλοι με τα πόδια προς την Ελλάδα κι άλλοι με καράβια προς την Ιταλία επιχειρούσαν να ζήσουν το «ευρωπαϊκό όνειρο».

Ετσι έγινε και με τους 120 ανθρώπους που επιβιβάστηκαν στο «Kater I Rades» στις 28 Μαρτίου 1997. Ωστόσο, στα στενά του Οτραντο, 25 ναυτικά μίλια από τις ακτές της Απουλίας, το ιταλικό πολεμικό «Sibilla» διεμβολίζει το αλβανικό πλοίο, το οποίο βυθίζεται. Στο ναυάγιο πνίγονται 81 άνθρωποι – οι 61 ήταν μανάδες με μωρά και μικρά παιδιά.

Οι καπετάνιοι και των δύο πλοίων καταδικάστηκαν σε τρία και τέσσερα χρόνια φυλάκιση -ο Ιταλός κι ο Αλβανός αντίστοιχα-, ωστόσο οι συγγενείς των θυμάτων γυρεύουν ακόμα δικαίωση.

«Η επίθεση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της επιχείρησης «λευκές σημαίες», μιας κοινής συμφωνίας των κυβερνήσεων της Ιταλίας και της Αλβανίας», σημειώνουν οι Μπισάι και Τσίγκανος. «Ως επακόλουθο του τραγικού συμβάντος συγκροτείται μια κοινότητα, αποτελούμενη από επιζώντες και συγγενείς των θυμάτων οι οποίοι, συσπειρωμένοι γύρω από μια γυναίκα, διεκδικούν δικαιοσύνη, αναγνώριση και αποκατάσταση της ιστορίας που παραμένει θολή μέχρι και σήμερα».

«Το ανοίκειο, οικείο»

Οταν συνέβη το δραματικό αυτό ναυάγιο ήταν κι οι δυο τους πέντε χρόνων. «Στην Αλβανία για τα μεγάλα γεγονότα φτιάχνουμε πολυφωνικά τραγούδια, μοιάζουν πολύ με τα ηπειρώτικα. Τέτοια τραγούδια φτιάχτηκαν και για το ναυάγιο και τη μετανάστευση εκείνης της εποχής», θυμάται ο Ιώνιαν που τα άκουγε στο σπίτι του.

Χρόνια μετά, με τον Τσίγκανο μαζί πια αποφασίζουν να ερευνήσουν αυτή την ιστορία, «για να καταλάβουμε διαφορετικά τον κόσμο, να κάνουμε το ανοίκειο, οικείο», όπως μας λέει ο Ιώνιαν. Ετσι, μαζί με τους συγγενείς των θυμάτων, διέσχισαν τη Μεσόγειο, από την Αυλώνα προς το Οτραντο.

Από εκείνο το φοβερό ναυάγιο επέζησαν 24 άνθρωποι, «αλλά κι αυτοί έχουν πεθάνει, δεν συνέχισαν ποτέ κανονικά τη ζωή τους», όπως ακούγεται στην ταινία. Και η Ευρώπη όχι μόνο δεν διδάχτηκε τίποτα από αυτή την τραγωδία, αλλά την έχει αναγορεύσει σε κυρίαρχο δόγμα της.