ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τριάντα πέντε, κιόλας, χρόνια από τον θάνατο του χαράκτη Α. Τάσσου, που έφυγε από τη ζωή στις 12 Οκτωβρίου 1985 στην όχι και τόσο προχωρημένη ηλικία των 71 ετών. Πρόλαβε ωστόσο ν’ αφήσει ένα σημαντικό χαρακτικό έργο, αντιπροσωπευτικό των παθών του Ελληνισμού.

Η πορεία του προς το τέλος τον βρήκε στην ακμή της δημιουργικότητάς του και δεν κράτησε ούτε ενάμιση μήνα. Μια ενόχληση στο συκώτι και στον «Ευαγγελισμό». Εγχείρηση στη χολή, επιστροφή στο σπίτι και, έπειτα από λίγες ημέρες, νέα μεταφορά στο νοσοκομείο. Μια ακόμη εγχείρηση, με ελάχιστες ωστόσο ελπίδες. Η νόσος τον είχε χτυπήσει καίρια. Εφυγε στα χέρια της συζύγου του, της –και– χαράκτριας Λουκίας Μαγγιώρου.

Υποθήκη

«Η ελληνική τέχνη έχασε έναν αυθεντικό δημιουργό, που πηγή έμπνευσής του ήταν οι μεγάλοι αγώνες του λαού μας. Το πλούσιο έργο του είναι μια υποθήκη που θα διατηρεί τη μνήμη του άσβηστη στις νεότερες γενιές», δήλωσε ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου. Και η υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη: «Με τον Τάσσο μάς συνδέει μια φιλία παλιά και γερή. Μαζί ανοίξαμε την Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση, μαζί δουλέψαμε για έναν πολιτισμό, κοινό κτήμα όλων των Ελλήνων. Απ’ τα ελάχιστα έργα τέχνης, απ’ τα ελάχιστα δώρα, η ξυλογραφία του Μπρεχτ που μου χάρισε». Η κηδεία του, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών έγινε –τιμητικά – δημοσία δαπάνη

Η ζωγραφική τράβηξε τον Α. Τάσσο (Τάσος Αλεβίζος το πραγματικό του ονοματεπώνυμο) από πολύ μικρόν. Δεκαέξι ετών ξεκίνησε σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών. Αρχικά στα εργαστήρια του Θ. Θωμόπουλου (γλυπτική), Κώστα Παρθένη (ζωγραφική) και Γ. Κεφαλληνού (χαρακτική). Συνέχισε σπουδές σε Παρίσι, Ρώμη και Φλωρεντία και, όντας προχωρημένος πλέον, ακολούθησε σειρά συμμετοχών σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1974 τον τίμησε η Εθνική Πινακοθήκη με αναδρομική έκθεση, με έργα που κυρίως είχε χαράξει στην περίοδο της δικτατορίας. Η ίδια έκθεση μεταφέρθηκε στη Μόσχα και στη Βουδαπέστη, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία.

Φαινόμενο εργατικότητας ο Α. Τάσσος, «χάραξε» στα 50 χρόνια –και πλέον– της δημιουργικότητάς του εκατοντάδες επιφάνειες ξύλου, όλων των διαστάσεων, για πίνακες, αλλά και για βιβλία, γραμματόσημα, διακοσμητικά – τα πάντα. Ο αριθμός τους δύσκολα να καταμετρηθεί.

Της δικτατορίας

Δούλευε –μέχρι λίγο πριν τον χτυπήσει η αρρώστια– στο ατελιέ του, στο σπίτι του στην Αρδηττό, απ’ όπου μπορούσε να βλέπει ένα καλό κομμάτι της Αθήνας. Κι όταν ήθελε να ξεκουραστεί, κατέβαινε στο σπίτι του, στο μικρό μανιάτικο χωριό Πεταλίδι. Εκεί είχε καταφύγει στη διάρκεια της δικτατορίας, απέχοντας από κάθε δραστηριότητα, δουλεύοντας τα έργα, τα εμπνευσμένα από την τυραννία.

«Από εκείνη τη στιγμή ανεστάλησαν τα πάντα μέσα μου», έλεγε σε συνέντευξή μας τον Απρίλιο του 1975. «Δεν υπήρχαν πια για μένα προβλήματα καθαρώς πλαστικά. Αφησα τον εαυτό μου να ξανασυνδεθεί με όλα όσα υπήρχαν μέσα μου από τον καιρό της Κατοχής. Ενα καινούργιο μαρτυρολόγιο. Δούλευα τα ξύλα μου κατ’ ευθείαν, χωρίς να προηγείται ένα σχέδιο σ’ ένα χαρτί, ένας υπολογισμός, μια μελέτη. Εκεί καταγράφονταν όλες μου οι αντιδράσεις». Τα έργα αυτά, όπως προανέφερα, είχαν την «τιμητική τους» στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης. Αυτό ωστόσο που κυριαρχούσε, λόγω περιεχομένου και εκτάσεως (6 μέτρα μήκος!) είναι το αφιερωμένο στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, το οποίο αποκτήθηκε και εκτίθεται μόνιμα στο μέγαρο της Βουλής των Ελλήνων.

Τακτικός και αυστηρός στις ώρες του, σηκωνόταν στις πέντε το πρωί και δούλευε το σκληρό υλικό του ώς τις δέκα. Πολλές φορές δούλευε και τα απογεύματα. Το υπόλοιπο της ημέρας το δαπανούσε στα κοινά: Στην Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση, της οποίας ήταν ο κύριος εμψυχωτής, σε κομματικές εκδηλώσεις, σε διάφορες επιτροπές. Προσιτός και καλόκαρδος, σπάνια έλεγε όχι σε ό,τι του ζητούσαν. Και δε επεδίωκε προβολή και τιμές. Θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχή που δεν αξιώθηκε να γίνει ακαδημαϊκός – «έτσι είμαι πιο ελεύθερος», έλεγε. Ζούσε μια ζωή μετρημένη, χωρίς κοσμικότητες, πρόθυμος όπου μπορούσε να προσφέρει. «Δεν έχουμε εδώ κάποιον με τ’ όνομα “Χαράκτης” », είπε ένας του νοσοκομείου, όταν τον επισκέφτηκα. Το «Α. Τάσσος», προφανώς, δεν του έλεγε τίποτα…