ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ
ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ ΚΑΠΟΤΕ από τη Σοβιετική Ενωση, όταν το καράβι του έδεσε για λίγο στον Πειραιά. Με κίνδυνο να το χάσει ανέβηκε με ταξί στην Αθήνα μπας να προλάβει να δει και ν’ αγγίξει τον Παρθενώνα. Το διηγείται η μεταφράστρια και φίλη του Δανάη Στρατηγοπούλου. Ο βιαστικός προσκυνητής της Ακρόπολης, που κατόρθωσε στο τσακ να επιβιβαστεί πάλι στο πλοίο, δεν ήταν άλλος από τον Πάμπλο Νερούδα που εγκατέλειψε τα εγκόσμια τέτοιες μέρες του 1973. Αποτίουμε τιμή με τρία από τα «Εκατό ερωτικά σονέτα» σε μετάφραση Ηλία Ματθαίου:
ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ είναι γέλιο κάποιου δέντρου μισάνοιχτου/ από μια αχτίδα, μια αστραπή ασημωμένη/ που απ’ το στερέωμα πέφτει και σπάει μες στο ποτήρι/ χωρίζοντας στα δυο με μια σπαθιά το δέντρο.// Μονάχα στους βουνότοπους με το χιονένιο φύλλωμα/ γεννιέται γέλιο σαν το δικό σου, αγαπησιάρα,/ είναι το γέλιο του λυτού στα ψηλώματα αγέρα,/ της αροκάριας η συνήθεια, αγαπημένη.// Βουνίσια εσύ δικιά μου, τσιγιανέχα ολοφάνερη,/ κόψε με τα μαχαίρια του γέλιου σου τη νύχτα,/ το πρωί, του μεσημεριού το μέλι,/ και τα πουλιά απ’ το φύλλωμα στον ουρανό ας πηδήσουν/ όταν σαν κάποια λάμψη σκορποχέρα/ το γέλιο σου της ζωής το δέντρο σπάσει.
ΔΕΝ ΠΗΓΑ ΜΟΝΑΧΑ απ’ τους έρημους τόπους που η αλάτινη πέτρα/ μοιάζει τ’ άφθαστο ρόδο, τον ανθό το θαμμένο απ’ τη θάλασσα,/ μα έχω πάει κι απ’ την όχθη ποταμιών που κόβουν το χιόνι./ Τα πικρά και τραχιά κορφοβούνια το βήμα μου ξέρουν.// Βουεροί κακοτράχαλοι τόποι της άγριας πατρίδας μου,/ καλαμιές που το ξέπνοο φιλί τους μπλέκεται μες στο λόγγο,/ του πουλιού νοτισμένο παράπονο που τινάζει τις ανατριχίλες του,/ ω γη των ανεύρετων πόνων και του άσπλαχνου θρήνου.// Δικό μου δεν είναι μονάχα του χαλκού το πετσί όλο φαρμάκι/ ή το νίτρο απλωτό σα χιονάτο κατάκοιτο άγαλμα,/ μα και τ’ αμπέλι κι η κερασιά η βραβευμένη απ’ την άνοιξη,// κι αυτά είναι δικά μου, κι ο ίδιος σα μόριο μαύρο ανήκω/ στην κατάξερη γη και στο φως του φθινόπωρου μες στα σταφύλια,/ στη μετάλλινη ετούτη πατρίδα που την ύψωσαν χιόνινοι πύργοι.
ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΓΗΣ που εσύ ’σαι,/ γιατί απ’ τα πλανητικά λιβάδια/ άλλο αστέρι δεν έχω. Εσύ του σύμπαντος/ τον πολλαπλασιασμό επαναλαμβάνεις.// Τα μεγάλα σου μάτια είναι το φέγγος/ που ’μεινε απ’ των αστερισμών την ήττα,/ πάλλει το δέρμα σου όμοια με τους δρόμους/ που στη βροχή διατρέχει ένα μετέωρο.// Εχουν τόσο φεγγάρι για μέναν οι γοφοί σου,/ τόσο ήλιο το βαθύ στόμα σου κι η ηδονή του,/ τόσο φως που φλογίζει σα μέλι μες στον ίσκιο// η καρδιά σου η καμένη από κόκκινες αχτίδες,/ κι έτσι διατρέχω με φιλιά τη φωτιά του κορμιού σου,/ μικρή μου περιστέρα, πλανήτη γεωγραφία.
