Περπατάς πάνω στον ξερό και άνυδρο τόπο, δίπλα σε κοφτερά βράχια με έντονα χρώματα και σκιερές σχισμάδες. Ανηφορίζεις, κατηφορίζεις ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι που ελίσσεται και χάνεται από μπροστά σου ανάμεσα στους σκίνους και τις πανάρχαιες ξερολιθιές, ίδιες ρυτίδες στο πρόσωπο της χέρσας γης. Χρυσοκίτρινες λωρίδες τα χωράφια, η μία κάτω από την άλλη, σαν μεγάλα χρωματιστά σκαλοπάτια, ακολουθούν πιστά τις υψομετρικές καμπύλες της κατηφορικής πλαγιάς. Το κίτρινο των ξερόχορτων διακόπτονται από σκιερές γραμμές τις πεζούλες που τρέχουν παράλληλα η μία στην άλλη. Φως, σκιά, φως…
Το βλέμμα παρακολουθεί τις χρωματικές διαφοροποιήσεις που εναλλάσσονται, διαπλέκονται, ξεχωρίζουν και ξανασυναντιούνται λίγο πιο κάτω, μέχρι να φτάσουν χαμηλά και να βυθιστούν στο βαθύ μπλε της θάλασσας. Τόπους τόπους, οι πράσινες πινελιές των θάμνων διακόπτουν τη συνέχεια και στέκονται αντιστικτικά στα γαιώδη χρώματα, στα σταχτιά βράχια και στο ultramarine του νερού με τις λευκές ρυτιδώσεις των κυμάτων.
Λαχανιάζεις, κοντοστέκεσαι να πάρεις μια ανάσα, ψάχνεις να βρεις μια ελάχιστη σκιά κάτω από κανένα θαλασσόκεδρο, δίπλα σε κάποιο τοιχάκι για να ξαποστάσεις. Δύσκολος ο τόπος κι ακόμη δυσκολότερος για μας τους κατοίκους της μεγαλούπολης που δεν είμαστε συνηθισμένοι να σκαρφαλώνουμε σαν τα αγριοκάτσικα στις δύσβατες βουνοπλαγιές. Αγναντεύεις, κατηφορίζεις με το βλέμμα σου μέχρι κάτω στα μαύρα βράχια της ακτής, τα αφρισμένα κύματα που ξεσπώντας πάνω τους διαγράφουν μιαν άσπρη γραμμή ανάμεσα στις αποχρώσεις του μπλε του νερού και τα σταχτοκόκκινα απόκρημνα γκρεμνά. Πρώτα το τιρκουάζ κοντά στην παραλία, μετά το ανοιχτό μπλε και μακρύτερα το σκούρο μέχρι να πάρει τη ματιά σου η ανοιχτωσιά της θάλασσας και να τη φτάσει στις μαβιές κορυφογραμμές των νησιών που διαγράφονται αμυδρά και μοιάζουν να επιπλέουν στον φωτεινό ορίζοντα.
Ανεβαίνεις ένα ένα τα σκαλοπάτια του μονοπατιού, τον πυρωμένο λαξευμένο βράχο και κατανοείς κάπως, πως ήταν η καθημερινότητα γι’ αυτούς που έζησαν εδώ πριν κάποια χρόνια. Να οργώσουν, να σπείρουν, να θερίσουν, να αλωνίσουν και να λιχνίσουν στο βοριά των αλωνιών. Να φεύγουν από τα σπίτια τους στη Χώρα ή στην Απάνω Μεριά και με τα ζώα να πηγαίνουν στα απόμερα χωράφια και στις μικρές θεμωνιές – τα πέτρινα λιτά αγροτόσπιτα, όπου έμεναν πρόσκαιρα προκειμένου να ασχοληθούν με τις δουλειές και τις καλλιέργειες. Κάθε τόσο συναντάς δίπλα τους τα χαρακτηριστικά δενδρόσπιτα, όπου μέσα τους προφυλάγονταν τα ευπαθή δέντρα, όπως οι λεμονιές, από το σφυροκόπημα του αέρα. Μια κυκλική ξερολιθιά γύρω στα 2 μέτρα ύψος, με ένα χαμηλό ξύλινο πορτάκι, ίσα που να μπαίνεις μέσα σ’ αυτό το «σπίτι» δίχως στέγη, απ’ όπου βλέπεις μόνο τον ουρανό.
Συνειδητοποιείς μέσα από το ίδιο σου το σώμα πόσο δραματικά έχει αλλάξει η ζωή σ’ αυτόν τον τόπο, αλλά και σε όλα τα Κυκλαδονήσια τα τελευταία 50-60 χρόνια. Νιώθεις μέσα από τη δική σου κόπωση τον μόχθο όλων εκείνων των ηρωικών γενεών που ζούσαν εδώ στο παρελθόν. Τον τιτάνιο αγώνα τους να καλλιεργήσουν τη σκληρή γη, ανάμεσα στις σκόρπιες πέτρες και τους άγριους θάμνους, κάτω από ένα εκτυφλωτικό ήλιο που δεν αστειεύεται. Προσπαθείς να φανταστείς τον βίο όλων αυτών που έφυγαν στο παρελθόν, αφήνοντας πίσω τους ως μνημεία της ύπαρξής τους τις βουλίστριες, όπως λένε εδώ τις πεζούλες, τα λουριά – τα μικρά μακρόστενα χωράφια, τα αλώνια, τις στέρνες, τους ανεμόμυλους. Μνημεία να θυμίζουν σε όλους εμάς σήμερα τον δικό τους δύσκολο αγώνα να επιζήσουν, δίχως τα δικά μας μέσα και τις ανέσεις σε τούτη την ανεμοδαρμένη γη.
Αντιλαμβάνεσαι πως το μέτρο που ακολουθούσαν όλες οι ανθρώπινες κατασκευές με ταπεινότητα και γνώση, το επέβαλλε ο ίδιος ο βραχώδης τόπος. Για ολόκληρους αιώνες την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, δηλαδή, την αγροτική ζωή, τη χαρακτήριζε η ξεχασμένη σ’ εμάς σήμερα έννοια της οικονομίας. Οικονομία στον κάματο του σώματος, στη χρήση των υλικών, στο χτίσιμο, στους αναγκαίους χώρους των καταλυμάτων, στην κατανάλωση του νερού, αλλά και κάθε άλλου φυσικού πόρου. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο απ’ αυτό που ήταν απαραίτητο για να τα βγάλουν πέρα.
Εδώ, σ’ αυτούς τους πελώριους κυκλώπειους βράχους καταμεσής στο Αιγαίο, καταρρίπτονται εν ριπή οφθαλμού όλες οι περισπούδαστες αισθητικές θεωρίες μας. Ο,τι υπάρχει ακόμη και δεν έχουμε καταστρέψει εμείς οι άφρονες και αλαζόνες των πόλεων, ό,τι στέκεται δηλαδή ορθό, συμβολίζει την αρχέγονη συνθήκη, τη διαχρονική αλήθεια, την αρχιτεκτονική της ανάγκης. Εκείνης που χτίζεται στον χώρο και τον χρόνο από το υστέρημα και όχι το περίσσευμα του ανθρώπου. «Τόποι σαν τη Φολέγανδρο μας δασκαλεύουν για την καταγωγή μας» σημειώνει στοχαστικά ο Ζήσιμος Λορεντζάτος.
Και σήμερα; Τι έχει απομείνει απ’ όλα αυτά σήμερα; Οχι, δεν αναφέρομαι μόνο στα πέτρινα χτίσματα και το ευρύτερο ανθρωπογενές περιβάλλον που σταδιακά ρημάζει, αλλά σ’ αυτό που τα δημιούργησε, στη σοφία που αθροίστηκε από γενιά σε γενιά μέσα στους αιώνες. Στις λησμονημένες έννοιες της οικονομίας και του μέτρου, τις τόσο αναγκαίες, ιδίως στις δικές μας μέρες.
*Αρχιτέκτων – Καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
