Ο ελληνοτουρκικός διάλογος θα ξεκινήσει, οι κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας θα περάσουν σε δεύτερο πλάνο. Ο Ερντογάν πέτυχε αυτό που επιδίωκε. Απέσυρε το τουρκικό ερευνητικό σκάφος από την περιοχή -όχι όμως τα άλλα δύο από την Κύπρο- και με αυτήν την τακτική κίνηση καλής θέλησης υποχρεώνει τους Ευρωπαίους να ξανασκεφτούν το θέμα των κυρώσεων. Το ερώτημα είναι αν όντως οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σκέφτονταν σοβαρά την επιβολή αυστηρών κυρώσεων.
Εκτός από τις διακηρύξεις αλληλεγγύης των ευρωπαϊκών οργάνων υπέρ της Ελλάδας, εκτός από τις γενναιόδωρες δηλώσεις συμπαράστασης πολιτικών της Ε.Ε., είχαμε και τις προσεκτικές, στα όρια του ποντιοπιλατισμού, παρεμβάσεις αξιωματούχων που αναφέρονταν σε αμφισβητούμενα ύδατα και καλούσαν τις δυο χώρες να μειώσουν το στρατιωτικό αποτύπωμα που έχει δημιουργηθεί στην περιοχή.
Γιατί; Μα, οι περισσότερες κυβερνήσεις της Ευρώπης και οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με το καθεστώς Ερντογάν. Τον αγάπησαν ξαφνικά; Οχι. Πιστεύουν ότι η διοίκηση που έχει επιβάλει στη χώρα του συνάδει με το δημοκρατικό ιδεώδες, οπότε πρέπει να τον στηρίξουν; Οχι. Αλλωστε τέτοιες ανησυχίες δεν έχουν οι κυβερνήσεις της καπιταλιστικής Δύσης.
Τρέμουν στο ενδεχόμενο να χαθεί η Τουρκία για τη Δύση (καραδοκεί η Ρωσία) αν η κατάσταση οδηγηθεί σε αδιέξοδο; Αυτό όντως το φοβούνται αλλά υπάρχει κάτι άλλο που μετράει περισσότερο γι’ αυτές. Είναι τα οικονομικά συμφέροντα που έχουν στη γειτονική χώρα. Είναι πολλά και μια κρίση στις σχέσεις τους με την Τουρκία θα προκαλέσει στις οικονομίες τους μεγάλες ζημιές. Συγκεκριμένα, το τουρκικό χρέος που έχουν στα χέρια τους ξένες τράπεζες κατανέμεται ως εξής: 64. δισ. δολάρια σε ισπανικές τράπεζες, 24 δισ. δολάρια σε γαλλικές, 21 δισ. δολάρια σε ιταλικές, 13 δισ. δολάρια σε βρετανικές, 10 δισ. δολάρια σε αμερικανικές, 9 δισ. δολάρια σε γερμανικές, 7 δισ. δολάρια σε ιαπωνικές.
Η μεγάλη έκθεση των ισπανικών και ιταλικών τραπεζών είναι η απάντηση σε όσους αναρωτιούνται γιατί οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας (χώρες του Νότου) ήταν το προηγούμενο διάστημα τόσο διστακτικές στο ζήτημα των κυρώσεων, ζητούσαν μετ’ επιτάσεως διάλογο, πίεζαν την ελληνική κυβέρνηση να μην επιμείνει στις ενστάσεις της και κινούνταν στη λογική του κατευνασμού του τουρκικού καθεστώτος.
Από την άλλη πλευρά οι γερμανικές τράπεζες μπορεί να είναι λιγότερο εκτεθειμένες, ωστόσο πολλές γερμανικές εταιρείες έχουν σημαντικές δουλειές στην Τουρκία και η πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας έχει συμβόλαια με την Τουρκία – τροφοδοτεί κανονικότατα τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις με πανάκριβο και υψηλού επιπέδου υλικό. Η γερμανική κυβέρνηση παίρνει υπ’ όψιν της ακόμα τρεις παράγοντες πολύ κρίσιμους για την ίδια:
● Τη συμπαγή τουρκική κοινότητα που υπάρχει στη Γερμανία. Δεν θα ήθελε εσωτερικά προβλήματα από την αυθόρμητη ή καθοδηγούμενη κινητοποίηση των Τούρκων της Γερμανίας που θα προκαλούσε έξαρση των ξενοφοβικών φαινομένων.
● Τα τέσσερα εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες που βρίσκονται στην Τουρκία. Γνωρίζει ότι ο Ερντογάν μπορεί να χρησιμοποιήσει το προσφυγικό-μεταναστευτικό για να εκβιάσει την Ευρώπη.
● Την αντίδραση του Ερντογάν. Εκτιμά ότι για να συσπειρώσει το εσωτερικό ακροατήριό του, δεν αποκλείεται να μπει στον πειρασμό να προχωρήσει σε τυχοδιωκτικές ενέργειες που θα βάλουν φωτιά σε όλη την περιοχή, εξέλιξη που θα έπληττε το κύρος της Γερμανίας ως χώρας που μεσολαβεί και θα έδινε προβάδισμα στη Γαλλία στην κούρσα για την πρωτοκαθεδρία στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Ολα τα παραπάνω οφείλει η ελληνική κυβέρνηση να τα σταθμίζει όταν σχεδιάζει τη γραμμή της στα ελληνοτουρκικά. Είναι άλλο πράγμα τι θέλουμε εμείς από τους συμμάχους μας και άλλο τι είναι διατεθειμένοι αυτοί να δώσουν. Και είναι έκπαλαι γνωστό ότι στις διεθνείς σχέσεις δεν μετράνε οι φιλίες, μετράνε τα συμφέροντα.
Ανάγωγα
Για τις θεομηνίες και τις καταστροφές που προκαλούσαν, από τον Γενάρη του 2015 μέχρι τον Ιούλιο του 2019, ευθυνόταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Για τις θεομηνίες και τις ζημιές που αφήνουν πίσω τους, από τον Ιούλιο του 2019 και όσο η σημερινή κυβέρνηση θα βρίσκεται στα πράγματα, θα ευθύνονται τα πρωτοφανή καιρικά φαινόμενα. Ο βιασμός της κοινής λογικής.
