ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παράξενο αυτό το καλοκαίρι, παράξενη η φετινή χρονιά. Ο Αύγουστος στην άδεια πόλη μοιάζει με όλους τους άλλους, και όμως δεν είναι ίδιος. Πήγα διακοπές, γύρισα, τώρα λείπουν άλλοι, που θα επιστρέψουν και αυτοί, και όλοι μαζί θα αντιμετωπίσουμε τον ίδιο μεγάλο χειμώνα.

Φέτος, κανείς δεν μου ευχήθηκε «καλό χειμώνα» και δεν ξέρω πώς να το πάρω. Αλλες χρονιές θύμωνα. «Καλό αποκαλόκαιρο», απαντούσα γιατί ήξερα ότι στον τόπο αυτόν τον ευλογημένο, μπορείς να πας για μπάνιο μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου και να κάνεις βεγγέρες μέχρι τον Νοέμβρη. Κι εκεί που μιλάς για έρωτες και σχέσεις μοιραίες, να μαλώνεις για την πολιτική και μετά να φιλιώνεις γιατί οι άνθρωποι γύρω σου είναι αυτοί που είναι πάντα εκεί.

Μπορείς να βγεις για βόλτα έως τα ξημερώματα, να πιεις κι ένα ποτήρι παραπάνω και να γυρίσεις σπίτι με τα πόδια. Να ξενυχτήσεις στο μπαλκόνι ακούγοντας τους γρύλους και τα τζιτζίκια ή να βγάλεις την τηλεόραση στη βεράντα για να δει όλη η παρέα τον αγώνα της χρονιάς. Μπίρες, μεζέδες, γέλια, ξεκαρδίσματα. Και τα παιδιά να παίζουν έως αργά, χωρίς τον φόβο του ξυπνητηριού για το σχολείο.

Ημουν -και είμαι- από αυτούς που φεύγουν διακοπές συνήθως νωρίς και περνούν τον τελευταίο μήνα του καλοκαιριού στην Αθήνα – δουλεύοντας. Πρώτη χρονιά ο Αύγουστος δεν είναι αυτός που ήταν πάντα, αυτός που έπρεπε να είναι.

Και όχι μόνο γιατί η δουλειά είναι πολλή. Περισσότερη από πέρυσι, που ήταν περισσότερη από πρόπερσι. Ολοι φοβούνται τον χειμώνα που θα έρθει. Η απειλή του κορονοϊού έκανε ακόμη και τους ορθολογικούς να τα χάνουν.

Ανθρωποι που ήξεραν κάθε γωνιά και μαγαζί της πόλης, πού θα φας το καλύτερο μαγειρευτό και πού θα ακούσεις την ωραιότερη μουσική ή σε ποια βεράντα μπορείς να δεις την Ακρόπολη με φόντο το ηλιοβασίλεμα, τώρα μένουν σπίτι. Πήγαν διακοπές, αλλά δεν είδαν ανθρώπους, μόνο κατ’ ανάγκη. Αν τύχει και βγουν έξω, σπάνια, σπανιότατα, μετρούν τις αποστάσεις από το διπλανό τραπέζι και τραβούν τις καρέκλες τους. Κοιτούν καχύποπτα τον περαστικό που παραλίγο να ξεχαστεί και να μπει στο κατάστημα χωρίς μάσκα. Και κουνούν επιτιμητικά το κεφάλι: «Τι να περιμένεις με τέτοια συμπεριφορά…». Και τρέμουν για τις δουλειές τους, τι θα φέρει το μέλλον.

Κι ύστερα έρχεται η τηλεόραση: από τη μια τριψήφιοι αριθμοί κρουσμάτων κορονοϊού, καταμέτρηση απωλειών σε ζωές, συστάσεις, υποδείξεις και απειλές, είτε έμμεσες είτε σαφείς. Με μάσκες μιλούν από τηλεοράσεως οι αρμόδιοι, χάριν παραδειγματισμού. Από την άλλη, συνεχίζονται οι διαφημιστικές εκστρατείες για να στηριχθεί ο τουρισμός, να ταξιδέψουν οι άνθρωποι, να κάνουν διακοπές.

Κι ο Αύγουστος φαίνεται να μας περιγελάει. Είναι εδώ, με τα κόκκινα καρπούζια του, τα αργείτικα πεπόνια, τα σταφύλια και τα σύκα. Οι νύχτες του είναι φωτεινές: μας χάρισε και έναν μετεωρίτη, που έκανε τον ουρανό μας να φωτιστεί, και υπόσχεται να μας αποχαιρετήσει με το φεγγάρι σχεδόν γεμάτο, έτοιμο για την πανσέληνο του Σεπτεμβρίου.

Προχθές πέρασα από το αεροδρόμιο. Αεροπλάνα προσγειώνονταν, φέρνοντας κόσμο, από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Σταματημένη σε ένα πάρκινγκ παρακολουθούσα την εναέρια κίνηση.

Ενα λευκό και μπλε αεροσκάφος απογειώθηκε και πέταξε ψηλά στον ουρανό. Αισθάνθηκα μια ακατανίκητη παρόρμηση: να φύγω. Να βγάλω ένα εισιτήριο, στην πρώτη διαθέσιμη πτήση, να επιβιβαστώ και να πετάξω.

Ετσι, χωρίς βαλίτσες, σχεδόν χωρίς καθόλου χρήματα, με το τζιν και το κοντομάνικο μπλουζάκι μου και τα μαύρα πέδιλα. Και όπου με βγάλει. Δεν σκέφτηκα τίποτα, κανέναν, τι θα άφηνα πίσω μου, πώς θα τα έβγαζα πέρα, τι θα συναντούσα.

Δεν έφυγα φυσικά. Οταν το αεροπλάνο είχε πια χαθεί, έβαλα πάλι μπρος το αυτοκίνητο και συνέχισα τον δρόμο μου. Πήγα να κάνω τα ψώνια μου: καλάθια οργάνωσης χώρου, εργαλεία κουζίνας, τρόφιμα και καθαριστικά. Επέστρεψα αποκαμωμένη. Το αεροπλάνο το ξανασκέφτηκα μονάχα λίγο πριν αποκοιμηθώ. Αραγε πού να είχε φτάσει…