Κ. Ν. Μ. Καζαμιάκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διόνυσε Διθύραμβε, γεννημένε από δύο θύρες και τραγουδισμένε με διθυραμβικά άσματα.

Πολλοί έχουν απορίες και ερωτήματα για την επιβίωση διονυσιακών συνηθειών στις μέρες μας. Η απάντηση είναι απλή:  Το κρασί, το γλέντι και το θέατρο που απρόσκοπτα έφτασαν στις μέρες μας, είναι «δώρα» του Διόνυσου, αφού εκείνος ήταν θεός  και «εφευρέτης» του κρασιού, του γλεντιού  και του θεάτρου.

Όλα ξεκίνησαν από τα τραγούδια και τους χορούς της λαϊκής θρησκείας του  Διόνυσου.  Τα περισσότερα, αν όχι όλα,  από τα σημερινά πανηγύρια, τις  υπαίθριες γιορτές, τις πομπές, τα καρναβάλια κ.α. έχουν τα ίδια στοιχεία με αυτά των αρχαίων: χορό, τραγούδι, μουσική, σκετσάκια, ξεφάντωμα, πειράγματα, αστεία, τολμηρά ερωτικά λόγια, περιπαιχτικά καμώματα, τραγούδια με ερωτικά υπονοούμενα, λογοπαίγνια, αινίγματα, μάσκες, μεταμφιέσεις,..  

Στη συνέχεια η εξέλιξη έφερε την τραγωδία και τα σπουδαία ποιητικά δράματα της κλασικής περιόδου που έθεσαν αξεπέραστα όρια για το ανθρώπινο πνεύμα. Ακολούθησαν συνήθειες, τελετουργίες, γιορτές, αγώνες, δρώμενα και πολλά άλλα, πολλά από τα οποία, επιβίωσαν μέχρι τη σημερινή εποχή.

Ο Διόνυσος ως θεός αλλά και ως γιoς του Δία, διαφέντευε πάρα πολλά πράγματα και καταστάσεις της ζωής και του βίου των ανθρώπων. Ήταν ο θεός του θεάτρου, του κρασιού, της γονιμότητας και της βλάστησης  και πολλών άλλων θεμάτων που αφορούσαν ανθρώπους, μειξογενή όντα, ζώα,  φυτά.. Όλα αυτά, που σχετίζονταν με τον Διόνυσο, οι άνθρωποι τα γιόρταζαν με διάφορους τρόπους. Πολλοί από αυτούς τους τρόπους έφτασαν μέχρι σήμερα προσαρμοζόμενοι στις εκάστοτε συνθήκες.

Ο Διόνυσος είναι παρών και σήμερα σ` όλη την ελληνική επικράτεια μόνο που δεν γιορτάζεται, δεν έχει ναούς,  ακολούθους και μαινάδες. Του έχουν μείνει, τα υπέροχα  και μοναδικά αρχαία θέατρα και τα ερείπια των ναών του.

Τσοι Μεγάλες Αποκρές, κουζουλαίνονται κ’ οι γρες, λένε στην Κρήτη. Σ` αυτές τις λίγες λέξεις έχουμε μια Διονυσιακή αποκάλυψη: Στην Κρήτη, αλλά και σ` όλα τα μέρη που υπάρχει μεγάλη παραγωγή κρασιού, υπάρχει μια ιερή κουζουλάδα που ακόμα και τις γριές «τρελαίνει». Η σύνδεση με τις Διονυσιακές Μαινάδες είναι προφανής.

Naturalia non sunt turpia (τα πράγματα της φύσης δεν είναι πρόστυχα) είναι η απάντηση των Λατίνων για τα πολύ τολμηρά ερωτικά λόγια των γιορτών αυτών.

Στην αρχαιότητα, η διονυσιακή λατρεία άρχισε στη Θράκη και απλώθηκε σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.  Το όνομα Διόνυσος σημαίνει «ο γιoς του Δία» στη γλώσσα των Θρακών.

Στα βουνά, με το φως των πυρσών, τελούσαν προς τιμήν του Διόνυσου,  γιορτές με πρωταγωνίστριες τις γυναίκες. Πίνοντας  κρασί έφθαναν σε ιερή μέθη και έξαψη, πιστεύοντας ότι έτσι « ακουμπούν» τον θεό ή και ταυτίζονται με αυτόν. Ξεκινώντας από τη Θράκη, η διονυσιακή λατρεία εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο, κυρίως στη Βοιωτία, όπου, σύμφωνα με μία εκδοχή του μύθου, γεννήθηκε ο θεός. Εκεί  υπήρξε και το πρώτο θύμα των διονυσιακών τελετουργιών. Ήταν ο μυθικός  Πενθέας, πρώτος εξάδελφος του θεού, που θύμωνε βλέποντας τις Θηβαίες να τρέχουν στον Κιθαιρώνα και να μετέχουν στις  διονυσιακές γιορτές. Τις ακολούθησε και κρύφτηκε για να δει. Στον παροξυσμό όμως της  διέγερσης, οι γυναίκες όρμησαν επάνω του και τον διαμέλισαν. Ο Πενθέας δεν γνώριζε ότι οι γυναίκες αυτές ήταν οι Μαινάδες στην κορύφωση της έξαψης.

Η καλλιέργεια του αμπελιού εξελίχθηκε, βελτιώθηκε, μεγάλωσε και το κρασί έφτασε στην Αττική να γίνει το κυριότερο προϊόν, μαζί με το λάδι. Η λατρεία του Διονύσου υιοθετείται από την Αθηναϊκή Πολιτεία. Οι τελετές προς τιμήν του, τα Μεγάλα Διονύσια, έφτασαν να συναγωνίζονται τα ονομαστά Παναθήναια.

Ο Φουρόγατος είχε κιόλα σηκωθεί. Αναμέριζε τα σκαμνιά, να κάμει τόπο, βιάζουνταν, οι πατούσες του είχαν πάρει φωτιά, μερμήδιζαν. Σε άλλους το κρασί γίνεται τραγούδι ή χωρατάς ή κλάμα και κρασοκατάνυξη. Στο μαντράχαλο αυτόν κρεμανταλά, το Φουρόγατο, το κρασί γίνουνταν χορός. Έπινε, χόρευε και ξεμεθούσε.  Δεν ξεμεθούσε, άλλαζε ουσία το μεθύσι του, γίνουνταν τολμητερή μάταιη λαχτάρα να φτερώσει το κορμί, να το κάμει να νικήσει τους ανίκητους νόμους και να στρουφογυρίζει αιώνια στον αέρα. Μα δεν μπορούσε, ξανάπεφτε στη γης, κι ο Φουρόγατος άρχιζε πάλι να πίνει για να ξαναπάρει φόρα. .. ο Φουρόγατος, με τα μάτια καρφωμένα στη λύρα, ανασήκωνε κιόλα, όλο φτερό, το δεξό του ποδάρι…Νίκος Καζαντζάκης, « Ο καπετάν Μιχάλης» σ.113, ΙΑ΄επανεκτύπωση.

Στο παραπάνω απόσπασμα διακρίνεται καθαρά η αβίαστη, καθαρή, φυσική, διονυσιακή πορεία: Κρασί, μέθη, χορός, έκσταση. Ακόλουθοι του «Διόνυσου»: Φουρόγατος, Μπερτόδουλος, Καγιαμπής, Βεντούζος, Εφεντίνα Καβαλίνα. «Διόνυσος»: Ο αγέρωχος, ατρόμητος καπετάν Μιχάλης που καταφεύγει στην οινοποσία για να ξεχάσει και να μαλακώσει η σκληρή καρδιά του.

Στη Δήλο στο «σπίτι των προσωπείων» υπάρχει ένα ψηφιδωτό δάπεδο του 2ου αι. π.Χ. όπου  ο Διόνυσος κάθεται στη ράχη του ιερού  πάνθηρα φορώντας χρυσοποίκιλτη φορεσιά με περίτεχνη πτυχολογία. Ο θεός στεφανώνεται με στεφάνι κισσού στα πλούσια μαλλιά του. Με το δεξί χέρι κρατά κρατά θύρσο και με το αριστερό ένα τύμπανο.

Διόνυσε Διθύραμβε που γεννήθηκες από δύο «θύρες»: Από τον μηρό του πατέρα σου Δία και την κοιλιά της μητέρας σου, της  πριγκίπισσας Σεμέλης. Διόνυσε Θεέ του αμπελιού, του κρασιού, του χορού, του Θεάτρου, της ιερής μέθης, του ιερού γάμου, του ιερού πάνθηρα και της ιερής χειρονομίας « ανακαλύπτεσθαι» της Αριάδνης.

* Αρχιτέκτων, Ιστορικός Αρχιτεκτονικής, Ιστορικός Τέχνης.

** Αφιερωμένο στον αγαπημένο φίλο Γιάννη Δρακάκη.