Αύγουστος στην Αθήνα. Ούτε η πρώτη φορά ούτε η τελευταία. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα για έναν δημοσιογράφο από το να γράφει, για πολλοστή φορά, για τις θερινές αποδράσεις στην πόλη, τα δροσερά σημεία, τις κοντινές παραλίες και πάει λέγοντας. Πράγματα που βρίσκεις στο διαδίκτυο με ένα κλικ. Δεν έχει πια νόημα, δεν είναι «τα χρηστικά», όπως τα αποκαλούσαμε, που θα φέρουν πίσω τους αναγνώστες του χαρτιού, που φυλλορροούν. Ισως αν τους προσφέραμε κάτι νέο, κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν ξέρουν. Μόνο που δεν ξέρεις ούτε εσύ τι είναι αυτό.
Μερικές ταινίες πιάνουν τον σφυγμό της πόλης τον Αύγουστο. Για κάποιους είναι οι «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη. Για άλλους, ο «Δεκαπενταύγουστος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, πειστική απεικόνιση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης των διακοπών, με πρωταγωνιστές τους ενοίκους μιας πολυκατοικίας. Για τους ερασιτέχνες ηδονοβλεψίες είναι «Οι απέναντι» του Γιώργου Πανουσόπουλου, με τον Αρη Ρέτσο να ερωτεύεται μακρόθεν την Μπέτυ Λιβανού κι εκείνη παραδόξως να ανταποκρίνεται. Και φυσικά ο «Τσίου» του Μάκη Παπαδημητράτου, το συμπαθέστερο τζάνκι του ελληνικού κινηματογράφου (όχι πως υπάρχουν και πολλά).
Για μένα το καλοκαίρι στην πόλη δεν είναι ταινία, ούτε τραγούδι. Είναι το πεζό ποίημα του Εμπειρίκου «Εις την οδόν των Φιλλελήνων», κι ας μιλάει για Ιούλιο και όχι Αύγουστο. Κι ας μπορεί να θεωρηθεί σεξιστικό με τα σημερινά δεδομένα. Κι ας κλείνει κάπως μεγαλόστομα. Χαλάλι του. Παραμένει και στη σημερινή ξεχαρβαλωμένη συγκυρία, ίσως η πιο εναργής ποιητική σύλληψη για το ανάμικτο συναίσθημα που αφήνει ο αθηναϊκός καύσωνας. Βούλιαγμα και παραζάλη, η επιθυμία και η ακύρωσή της μαζί. Αν κι έτσι όπως τα κάνανε φέτος, ανάμεσα στον κορονοϊό και τον «Μεγάλο Περίπατο», ούτε ο υπερρεαλισμός δεν μας σώζει.
