Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Παναγιώτης Τσάκος, παρατσούκλι, Τσακοπής, ήταν ο πιο ατίθασος μαθητής τη δεκαετία του 1960 στη Νεάπολη Λακωνίας. Βαθιά επινοητικός και ελεύθερος, δεν τον χώραγαν τα αυταρχικά καλούπια του μετεμφυλιακού σχολείου της Λακωνίας. Ανυπότακτος, σκάρωνε μαζί με μια ομάδα φίλων του –όλοι φτωχόπαιδα– ανταρσίες κατά της σχολικής εξουσίας αλλά και μέσα στη μικρή πόλη με την Αστυνομία, το Λιμενικό κ.λπ., τόσο, που είχε δημιουργήσει έναν μοναδικό θρύλο όντας παιδί Δημοτικού. Ειδικά το Πάσχα δίνονταν μάχες με τους χωροφύλακες να συλλάβουν τον Τσακοπή και την παρέα του που έριχναν μεγάλα αυτοσχέδια βαρελότα και τρανταζόταν όλη η περιοχή, αλλά αυτός… καπνός. Τέλειωσε το Δημοτικό με το στίγμα του κακού μαθητή, έβγαλε φυλλάδιο, μπάρκαρε στα γκαζάδικα. Τότε τα ταξίδια για τα κατώτερα πληρώματα ήταν από πέντε έως δέκα χρόνια, κανονική μετανάστευση.

Ημουν φοιτητής στο Ηράκλειο, μόλις είχα επιστρέψει καλοκαίρι στη Νεάπολη, ήταν Σάββατο, ο κόσμος πήγαινε στο νυφοπάζαρο της αγοράς, έκλεινα νωρίς –πρωτοφανές– το καφενείο του Κουμή, με απερίγραπτη χαρά που θα κλεινόμουν από νωρίς στο δωμάτιό μου να διαβάσω μέχρι τα ξημερώματα. Στο τελευταίο σκούπισμα, μπαίνει ένας νεαρός με ευγενικό πρόσωπο, φορά κουστούμι και άσπρο πουκάμισο, με κοιτάζει επίμονα και παραγγέλνει μια λεμονάδα. «Εμαθα πως διαβάζεις πολύ και θέλω να κουβεντιάσουμε», μου λέει. Θυμήθηκα τη φωνή του. «Ρε Τσακοπή, εσύ είσαι;» του λέω. «Ναι», απαντά χαμογελώντας. Αρχίζει με το «Ακου ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ, μετά πάει στον Φρομ, τον Φρόιντ, περνάμε σε Σέξπιρ, Γκέτε, Θερβάντες, αρχίζουμε τη φιλοσοφία, Αριστοτέλη, Μαρξ, Ενγκελς, Επίκουρο, Νίτσε κ.λπ. «Τσακοπή, που τα διάβασες όλα αυτά;» τον ρωτάω. «Εμαθα αγγλικά μόνος μου, είχα δύο μεγάλες βαλίτσες με βιβλία μέσα στο πλοίο και μετά το μαγείρεμα και το καθάρισμα των καζανιών μελετούσα. Εμαθα μόνος μου και μουσική».

Ο κακός μαθητής του σχολείου, που ήταν ένα προικισμένο παιδί της γενιάς του, αυτομορφώθηκε, έμαθε φοβερά να παίζει μπουζούκι, Θεοδωράκη, Χατζηδάκι, Ξαρχάκο, ρεμπέτικα, λαϊκά κ.λπ. Δούλεψε επαγγελματικά σε μαγαζί στην Αθήνα. Στη Νεάπολη κελαηδούσε το μπουζούκι του στην παραλία κάτω από τη μεγάλη μουριά, είχε και καταπληκτική φωνή. Αυτός που έφαγε τους ωκεανούς με το κουτάλι, είχε τους τυφώνες για μεζέ, δημιούργησε έναν προσωπικό αριστερό ανθρωπισμό, βοηθούσε τους ανήμπορους. Τον πήρε νέο μιαν αυγή ο μαύρος γρέγος της στεριάς με πλώρη στον μεγάλο Κύκνο! Τις νύχτες λάμπει η φλόγα του στον βράχο του Καβο-Μαλιά.