ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κοτζάμπαση*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιοηθικά ζητήματα της ιατρικής φροντίδας στον καιρό της πανδημίας

Η κήρυξη πανδημίας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας για την αντιμετώπιση του νέου κορονοϊού οδήγησε τόσο το Συμβούλιο της Ευρώπης όσο και πολλές Εθνικές Επιτροπές Βιοηθικής στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα μέτρα, τις δράσεις και τις προτεραιότητες κάθε κράτους για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής προχώρησε και αυτή σε μια σύσταση σχετικά με τη στάθμιση ανάμεσα στην αυτονομία του προσώπου σε θέματα υγείας και την προστασία της δημόσιας υγείας τονίζοντας την αρχή της αναλογικότητας ανάμεσα στα μέτρα και τους κινδύνους. Η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και της επικουρικότητας στην επιβολή των μέτρων και η κατ’ εξαίρεση εφαρμογή τους συνδέεται με τα θεμελιώδη ζητήματα ατομικών ελευθεριών αλλά και με τη λειτουργία της δημοκρατίας. Ωστόσο θέλω να περιοριστώ, με την παρέμβασή μου αυτή, μόνο σε ορισμένα θέματα που αφορούν αυτήν καθεαυτήν την ιατρική φροντίδα, τόσο από τη σκοπιά του τι έγινε όσο -και κυρίως- από τη σκοπιά του τι θα πρέπει να γίνει σε ένα νέο κύμα επανεμφάνισης του ιού. Η πανδημία επιβάλλει λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα διαφορετικές σταθμίσεις. Ποια όμως είναι η κατ’ εξαίρεση λειτουργία και ποια τα όριά της, για παράδειγμα, στο θέμα των κλινικών δοκιμών (έγκριση από επιτροπές δεοντολογίας, ενημέρωση και συναίνεση ασθενούς), στο θέμα της διαλογής των ασθενών στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας για παροχή φροντίδας (που δεν είναι καινούργιο αλλά έγινε επιτακτικό, ευτυχώς όχι σε εμάς), στο θέμα της συγκέντρωσης και της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων υγείας τους αλλά και του γεωεντοπισμού των κρουσμάτων με εφαρμογές που είδαν το φως της δημοσιότητας για τα κινητά τηλέφωνα και, τέλος, ποιες θεμιτές εξαιρέσεις μπορούν να υπάρξουν για τη νοσηλεία ασθενών με ήπια συμπτώματα· και σε αυτό θέλω ιδιαιτέρως να σταθώ.

Για τους ασθενείς με ήπια συμπτώματα, η οδηγία του ΕΟΔΥ ήταν μένουμε σπίτι και επικοινωνούμε με τον γιατρό μας. Οταν τα συμπτώματα γίνονται έντονα και υπάρχει δυσκολία στην αναπνοή, τότε μόνο πηγαίνουμε στο νοσοκομείο. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο από τον ΕΟΔΥ (αρχή της αναγκαιότητας) για δύο λόγους: πρώτον, για να μην καταρρεύσει το σύστημα υγείας, που είχε να διαχειριστεί τα σοβαρά περιστατικά και, δεύτερον, για να προφυλαχθούν από την έκθεση στον ιό οι πολίτες κατά την προσέλευσή τους στα νοσοκομεία.

Η οδηγία αυτή, κατά τη γνώμη μου, θέτει δύο σημαντικά βιοηθικά ζητήματα: Πρώτον, μεταθέτει την ευθύνη της ιατρικής διάγνωσης από τον γιατρό στον ασθενή και, δεύτερον, αφήνει εντέλει τον ασθενή χωρίς ιατρική φροντίδα.

Η συμβουλή να επικοινωνήσουν με τον γιατρό τους, έθετε το ερώτημα: Πόσοι Ελληνες και Ελληνίδες έχουν «δικό τους γιατρό»; Και αν αυτό ήταν εφικτό για τις πόλεις, πόσο εφικτό είναι για τα χωριά ή τα νησιά; Εφόσον δεν υπάρχει ένα οργανωμένο δίκτυο γιατρών γενικής/οικογενειακής φροντίδας, η συμβουλή αυτή άφηνε τον μεγάλο πληθυσμό χωρίς ιατρική φροντίδα. Τα Κέντρα Υγείας, οι ΤΟΜΥ, τα δίκτυα των γιατρών που είναι συμβεβλημένοι με τον ΕΟΠΥΥ αποτελούν ασύνδετα δίκτυα χωρίς οργανωμένο σύστημα υγείας.

Κατά την πανδημία, η κρατική μέριμνα, όπως ακριβώς επισημαίνεται παντού, πρέπει να αποβλέπει σε ενέργειες που ανταποκρίνονται σε πολλές και διαφορετικές αρχές. Οι βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν τα μέτρα και τα θεραπευτικά πρωτόκολλα είναι: η αρχή της αναγκαιότητας, που έχει σκοπό να προλάβει και να προστατεύσει το σύστημα υγείας από την κατάρρευση, η αρχή της αλληλεγγύης, που αποβλέπει στην προστασία των ευάλωτων ομάδων, η αρχή της διαφάνειας στην επικοινωνία και στην κατανόηση από τους πολίτες των κρίσιμων ιατρικών πρακτικών και η αρχή της πρόληψης, που έχει βασικό σκοπό να προλάβει τις αβεβαιότητες γύρω από τη νέα ασθένεια.

Πώς όμως μια ιατρική αβεβαιότητα μπορεί να διαγνωστεί και να αντιμετωπιστεί από τον ασθενή, χωρίς φυσική εξέταση και χωρίς ιατρική φροντίδα; Πώς ο ασθενής μπορεί να γνωρίζει τα επίπεδα του οξυγόνου στο αίμα του για να κρίνει την πορεία της ασθένειάς του; Πώς μπορεί να αντιμετωπίσει μια ραγδαία επιδείνωση της ασθένειας, που εμφανιζόταν μετά τις πέντε ή επτά ημέρες; Υπήρξαν ασθενείς που δεν πρόλαβαν να πάνε στο νοσοκομείο, όπως η 42χρονη μητέρα των τριών παιδιών στο χωριό της Καστοριάς με χρόνιο άσθμα, ή πήγαν με σηψαιμία στους πνεύμονες όπως ο 35χρονος από τη Νεάπολη Θεσσαλονίκης (σηψαιμική πνευμονία), ή, μόλις έφτασαν στο νοσοκομείο, λιποθύμησαν αμέσως (μαρτυρία ασθενούς στην «Καθημερινή»).

Η παροχή υπηρεσιών υγείας αποτελεί υποχρέωση του γιατρού με βάση τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (άρθρο 2 ΚΙΔ), που ορίζει ότι η ιατρική φροντίδα είναι λειτούργημα. Η ιατρική αυτή φροντίδα απαιτεί τη φυσική εξέταση του ασθενούς και αυτή δεν μπορεί να γίνεται τηλεφωνικά ή διαδικτυακά. Η μη παροχή ιατρικής φροντίδας στους ασθενείς με ήπια συμπτώματα με εξέταση από γιατρό με φυσική παρουσία του ασθενούς, όπου αυτό ήταν δυνατόν, ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ένα ανεπίτρεπτο κενό και στη χειρότερη ένα θανάσιμο λάθος, που δημιουργεί ενδεχομένως ευθύνες, αστικές και ποινικές, διά της παραλείψεως παροχής υπηρεσιών υγείας από τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας, οι οποίες όμως τεχνηέντως διαχύθηκαν σε ενδιάμεσους φορείς ή μετατέθηκαν στον ασθενή (αλλά βέβαια και η ευθύνη ιχνηλατείται).

Η πρωτοβάθμια φροντίδα στη χώρα μας εξυπηρετείται από τον ιδιωτικό τομέα. Τα ιδιωτικά ιατρεία υπάρχουν όμως στις πόλεις, δεν υπάρχουν στα χωριά. Επίσης οι ελλείψεις όχι μόνο σε γνώσεις αλλά και σε ατομική προστασία οδήγησαν πολλούς ιδιώτες γιατρούς να κλείσουν το ιατρείο τους. Ο ασθενής με ήπια συμπτώματα, χωρίς οργανωμένη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και χωρίς ιδιωτικά ιατρεία, ήταν ένας ασθενής που στερούνταν τον γιατρό. Ετσι, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κενό στην ιατρική φροντίδα. Γιατί δεν οργανώθηκε ο ιατρικός κόσμος που ιδιωτεύει;

Ο ΕΟΔΥ κατά συνέπεια στο επόμενο κύμα οφείλει να έχει οργανώσει την πρωτοβάθμια φροντίδα ώστε να καλυφθεί ο ασθενής με ήπια συμπτώματα είτε με τους κατά τόπους ιατρικούς συλλόγους, εφόσον η πρωτοβάθμια φροντίδα ανήκει σε αυτούς, είτε από τις ΤΟΜΥ είτε από τα Κέντρα Υγείας είτε με την τηλε-ιατρική (όπου κάτι άλλο δεν είναι εφικτό, π.χ. σε νησιά), είτε με κινητές μονάδες φροντίδας (ΚΟΜΥ) είτε ακόμη και με συνεργασία με τους αγροτικούς γιατρούς με ρητές οδηγίες. Η πρωτοβάθμια φροντίδα «νοσεί» και η οργάνωσή της πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα για το επόμενο κύμα της πανδημίας. Η άρνηση της παροχής υπηρεσιών υγείας από την τριτοβάθμια φροντίδα, τη μόνη που υπάρχει, και η διάχυση της ευθύνης σε ιδιώτες γιατρούς ή στους ασθενείς μπορεί, ενδεχομένως, να απαλλάσσουν τον ΕΟΔΥ από τις ποινικές και αστικές ευθύνες του αλλά δεν τον απαλλάσσουν από τις πολιτικές ευθύνες.

* Καθηγήτρια στη Νομική Σχολή ΑΠΘ, μέλος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής