ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΕΠΑΝΗΛΘΑΜΕ ΣΤΗΝ ΠΛΕΡΙΑ κανονικότητα πλέον, καθώς τούτη την εβδομάδα άνοιξαν οι πύλες του τουρισμού, μεταβάλλοντας την επικράτεια σε γαλανοπράσινο πέλαγος. Κι εμείς, οι αμετάκλητα αστείοι εναπο(υπο)μένοντες στο άστυ, ταξιδεύουμε με τα πανιά του Νάνου Βαλαωρίτη -που γεννήθηκε τέτοιες μέρες το 1921- στα αβυθομέτρητα βάθη της ποίησης:
ΠΟΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ Πες μου πού πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του/ το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή/ τώρα μας δίνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του/ ω πρόσωπο που σκέπασε με μάρμαρο τη γη.// Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις/ πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς/ ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει/ κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς.// Είναι καρδιές που μάθαμε σαν γράμματα ανοιγμένα/ είναι τραπέζια όπου κανείς δε θα καθίσει πια/ μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα/ τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά.// Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του/ από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σαν νερό/ άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ’ ανάστημά του/ καμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό.// Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη/ ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή/ ποια θάλασσα, ποια θάλασσα θα ’ναι αρκετά μεγάλη/ για να χωρέσει τον καημό που μάζεψ’ η ψυχή;// Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει/ είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια/ είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη/ ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά.
ΠΟΙΗΣΗ Μάταια οι ποιητές προσπαθούν/ να γεμίσουν το κενό/ με τους στίχους/ και τις εικόνες τους.// Το κενό επανέρχεται/ πιο άδειο από πριν/ και ζητάει/ νέο γέμισμα.
ΑΠΝΟΙΑ Αν κατεβούμε κάποτε προς τις ακρογιαλιές/ –Τι μας είναι αυτές οι ακρογιαλιές/ Παρά μια διέξοδος από τη μετριότητα/ Ενας αφρός σπαταλημένων ημερών/ Οι εαυτοί μας συγκεντρωμένοι στην ακροθαλασσιά/ Με διαφορετικά ονόματα ο καθένας/ Ετοιμοι να επιβιβαστούν στα πλοία/ Αναζητώντας μια χαμένη Τροία/ Οι πολυμήχανοι οι ωκύποδες με λόγια φτερωτά –/ Το θέμα της συζήτησης στην τελευταία συνάντηση/ Περί ανέμων και υδάτων και περί φαντασμάτων/ Αγκαλά και δεν θυμάμαι τι ειπώθηκε ακριβώς/ Ακούστηκαν πολλές φωνές μες στις σκηνές/ περί θυσίας ο λόγος και περί αποπλεύσεως/ Και περί θεάς Αρτέμιδος – όμως λείπει το άθροισμα/ Λείπει το εγώ που σημειώνει και περιεργάζεται/ Το αύριο και το σήμερα το άλλοθι και το εδώ/ Του επί ξηρού ακμής παντοτινά ιστάμενου/ Γίγαντα που βαστάει στα χέρια του τον ουρανό.
ΤΡΟΙΑ Πόσοι στο πέλαγος, πόσοι πνιγμένοι./ Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν/ όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν./ Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.// Στις αμμουδιές, θυμήσου, οι πεθαμένοι,/ καθώς περνάς, γυρεύουν να μιλήσουν./ Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν./ Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.// Τούτη την Ανοιξη, κανείς δεν ξέρει!/ Ο ποταμός μου γέμιζε το στόμα/ κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.// Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς σώμα./ Οταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι,/ θε μου, πώς άλλαξαν οι πύργοι χρώμα!.
