ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΝ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΙΡΟΛΙ ΑΠΌ ΤΗ WARNER

Λόγω του ιταλικού του ονόματος ηχεί παράδοξο που ο σερ Τζον Μπαρμπιρόλι (1899-1970) θεωρείται ένας από τους αντιπροσωπευτικά Βρετανούς αρχιμουσικούς. Ομως στο πολυεθνικό αξιακό σύστημα της διεθνούς μουσικής ζωής του μεσοπολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών αυτός ο μοναδικά ταλαντούχος και εργατικός αρχιμουσικός στήριξε τη σύγχρονη συμφωνική μουσική της πατρίδας του με ποιοτικές επιδώσεις και συνέπεια όσο ελάχιστοι άλλοι, γνήσιοι Αγγλοι.

Οχι τυχαία οι δικές του ηχογραφήσεις έργων, όπως το «Κοντσέρτο για τσέλο» και οι «Θαλασσινές εικόνες» του Ελγκαρ, τα λυρικά συμφωνικά ποιήματα του Ντίλιους και η υποβλητική «Φαντασία Τόμας Τάλις» του Βον Γουίλιαμς, παραμένουν ακόμη σήμερα αξεπέραστες, συντηρώντας άφθαρτη τη σαγήνη της βρετανικής μουσικής του πρώιμου 20ού αιώνα.

Γεννημένος στο Λονδίνο της βασίλισσας Βικτωρίας, σε οικογένεια μουσικών, από Ιταλό πατέρα και Γαλλίδα μητέρα που μετανάστευσαν, ο Τζοβάνι-Μπατίστα Μπαρμπιρόλι διδάχτηκε βιολί και τσέλο από παιδί. Σπούδασε μουσική στο Μουσικό Κολέγιο «Τρίνιτι» και στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής (1912-16), ενώ στα 25 πρωτοδιηύθυνε τη δική του ορχήστρα.

Ακολούθως στράφηκε στην όπερα συνεργαζόμενος με τα λονδρέζικα Κόβεντ Γκάρντεν και Σάντλερς Γουέλς και την Εθνική Οπερα της Βρετανίας (1926-1933) ενώ, ταυτόχρονα, διηύθυνε τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου και την Ορχήστρα της Σκοτίας (1933-36).

Την εξαετία 1936-42 υπήρξε μουσικός διευθυντής της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης διαδεχόμενος τον Τοσκανίνι. Το 1943 ανέλαβε την ιστορική αγγλική Ορχήστρα «Χαλέ» του Μάντσεστερ με την οποία συνεργάστηκε έως τον θάνατό του (1970), κερδίζοντας ύψιστη διεθνή αναγνώριση μέσα από αναρίθμητες συναυλίες και πλήθος εξαιρετικών ηχογραφήσεων στην ΕΜΙ.

Η πλούσια δισκογραφία του καλύπτει 40 χρόνια (1928-1970) και εκτείνεται σε όλες τις εξελικτικές φάσεις της δισκογραφίας, από τους μονοφωνικούς 78άρηδες έως τη χρυσή ακμή του καλύτερου-από-πραγματικό στερεοφωνικού ήχου.

Αρχιμουσικός με τελειοθηρικό οίστρο στο πλάσιμο της μελωδικής γραμμής, με ευρύτατη καλλιέργεια και μουσική ευαισθησία α λα Αμπάντο, ο Μπαρμπιρόλι διηύθυνε με άνεση και ευστοχία όλες τις περιοχές του ευρωπαϊκού ρεπερτορίου: από τα αθλητικού σφρίγους πιανιστικά κοντσέρτα του Μπραμς (Μπάρενμποϊμ) και τις α λα Μπραμς υπερρομαντικές «Συμφωνίες» του Ελγκαρ έως το συγκρουσιακής δριμύτητας «Κοντσέρτο για πιάνο» του Τσαϊκόφσκι (Ογκντον) και τον συναρπαστικά αισθαντικό «Πελλέα» του Σένμπεργκ, αλλά κι από το δαντικού βάρος «Ρέκβιεμ» του Βέρντι έως τη μελιστάλακτου συναισθηματισμού «Μπάτερφλαϊ» του Πουτσίνι (Σκότο, Μπεργκόντσι).

Στις ηχογραφήσεις αυτές αποτυπώνονται προτιμήσεις της εποχής και του τόπου: οι Βρετανοί συνθέτες δεσπόζουν σε κυρίαρχες ποσοστώσεις, το μπαρόκ εκπροσωπείται από διασκευές, ενώ κυριαρχούν –με συγκεκριμένα, τότε δημοφιλή έργα– οι συνθέτες από τον βασικό πυρήνα του κλασικού και ρομαντικού ρεπερτορίου: Μπραμς, Μπετόβεν, Σούμπερτ, Μότσαρτ, Τσαϊκόφσκι, Μέντελσον, Μπερλιόζ, Γκριγκ, Ντβόρζακ αλλά και Μάλερ.

Στα κοντσέρτα ο Μπαρμπιρόλι συμπράττει με τους απολύτως κορυφαίους σολίστες της εποχής, ενώ μεγάλο μέρος καλύπτουν χοροί, χαρακτηριστικά κομμάτια και βιρτουοζίστικες συνθέσεις με «εθνικές» γεύσεις διαφόρων συνθετών.

Το λυρικό ρεπερτόριο εκπροσωπείται από την εξαιρετική «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ», ρεσιτάλ με άριες Πουτσίνι, Βέρντι και Βάγκνερ, καθώς επίσης ορχηστρικά αποσπάσματα από γαλλικές, ιταλικές και γερμανικές όπερες. Κορυφαίο κεφάλαιο της δισκογραφίας του είναι οι επτά «Συμφωνίες» και τα συμφωνικά του ποιήματα του Σιμπέλιους που ηχογράφησε την τετραετία 1966-70.

Στην Ελλάδα ήρθε ο Μπαρμπιρόλι με τη «Χαλέ» το 1961, στο Φεστιβάλ Αθηνών, για να διευθύνει τρεις συναυλίες με έργα βασικού ρεπερτορίου, με σολίστες την Μπαχάουερ και τον Αϊζακ Στερν.

Μετά την κρίση των κολοσσών της κλασικής δισκογραφίας, που οδήγησε αναπόδραστα σε αλλεπάλληλες συγχωνεύσεις/αγορές, το σύνολο των ηχογραφήσεων του Μπαρμπιρόλι για την πάλαι ποτέ κραταιά αγγλική ΕΜΙ –κάποτε φάνταζε ακατάλυτη!– κατέληξε στον κατάλογο της Warner.

Στα μέσα Ιουνίου, με αφορμή τη συμπλήρωση μισού αιώνα από τον θάνατό του, οι ηχογραφήσεις αυτές επανεκδόθηκαν ως σύνολο σε κουτί με 109 cds σε νέα, υπερσύγχρονη ψηφιακή επεξεργασία/μεταγραφή από τις αυθεντικές, αρχικές καταγραφές.

Κάποιοι ίσως λοιδορήσουν την έκδοση αυτήν ως ευκαιρία για ασκήσεις στην αρχαιολογία των ηχογραφήσεων και της μουσικής ερμηνευτικής. Εγώ θα αντέτεινα ότι πρόκειται για κληρονομιά εμβάθυνσης και πρόσβασης σε μια συναρπαστικά ζωντανή, αβίαστα ωριμασμένη, έσωθεν προσέγγιση της μουσικής.