Τίτλος-παράφραση από τον Ζιλ Ντελέζ στο έργο του για τον Σπινόζα. «Οσο η σκέψη είναι ελεύθερη, άρα ζωτική, τίποτα δεν χάθηκε. Οταν παύει να είναι ελεύθερη, είναι δυνατή και ήδη υπαρκτή κάθε είδους καταπίεση. Κάθε δράση γίνεται ένοχη, κάθε ζωή τελεί υπό απειλή». Οι σκέψεις αυτές έρχονται και επανέρχονται μετά την αδιαφανή κατανομή των 20 και βάλε εκατομμυρίων από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Πέτσα σε ιδιώτες, κατόχους και μη, μέσων ενημέρωσης.
Πώς μια τέτοια πράξη έγινε δυνατή σε μια φιλελεύθερη Δημοκρατία; Οσο κι αν επικαλεστούμε την κρίσιμη κατάσταση της πανδημίας και τα περιθώρια που αφήνει σε «εξαιρετικές», δηλαδή ασυνήθιστες κινήσεις, τα ερωτήματα παραμένουν: Πώς ένας υπουργός μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης μπόρεσε να σκεφτεί και να προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση; Πώς μία εξόχως ανελεύθερη πράξη πήγε να περάσει σαν να μην τρέχει τίποτα; Μένω στη διατύπωση του Ντελέζ όταν αφορά τα αίτια και τις συνέπειες. Οταν η σκέψη παύει να είναι ελεύθερη, είναι δυνατή και ήδη υπαρκτή κάθε είδους καταπίεση.
Ας είμαστε όμως επιεικείς, όπως θα έλεγε ο Τζον Ρολς, κι ας σκεφτούμε ότι πρόκειται για μία ασύγγνωστη, πλην επιπόλαιη κίνηση του κ. Πέτσα με στόχο να ελέγξει την πληροφορία ώστε να μείνει όσο γίνεται περισσότερο στην εξουσία. Τι επιπτώσεις μπορεί να έχει μια τέτοια κίνηση στο πεδίο της ενημέρωσης; Τα λεφτά πολλά, ασφαλώς όχι τα πρώτα ούτε τα τελευταία. Εδώ και λίγα χρόνια έχει αλλάξει δραστικά το πεδίο ενημέρωσης και συνακόλουθα ο δημόσιος χώρος. Λίγοι ελέγχουν τα ΜΜΕ και συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά αυτού που ο Ράιτ Μιλς πριν από μισό αιώνα αποκαλούσε «ελίτ της εξουσίας». Ελέγχουν τον χώρο, προσελκύουν τις διαφημίσεις μεγάλων οργανισμών και τραπεζών και με τη σειρά τους έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο στοιχειωδών κανόνων, να προβάλλουν αυτό που θέλουν.
Η ενέργεια Πέτσα είναι διαφορετικής τάξης. Πρόκειται για δημόσιο χρήμα, των φορολογούμενων. Αρα, η διαχείρισή του οφείλει να γίνεται με όρους διαύγειας και λογοδοσίας. Κατά δεύτερον, ενώ υποτίθεται ότι αποσκοπεί στην επιβίωση των ΜΜΕ, η ύπαρξη των οποίων είναι ζωτική για τη Δημοκρατία, οδηγεί στην αναδιάταξη του πεδίου σε εθνική κλίμακα με όρους ιδιοτέλειας. Κάποιοι θα επιβιώσουν γιατί το θέλει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, κάποιοι όχι γιατί δεν το επιθυμεί. Συνεπώς, όσο επιεικείς και να είμαστε, η ενέργεια συνιστά απόπειρα άμεσου επηρεασμού της ενημέρωσης της κοινής γνώμης.
Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι άνθρωποι του δημόσιου χώρου, δημοσιογράφοι κατά πρώτον, αποδέχονται την ενέργεια αυτή, άρα και τη χειραγώγηση της σκέψης. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι δυσχερέστερη. Η συγκρότηση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα και η σχέση διανοούμενων και ανθρώπων της ενημέρωσης με την εξουσία δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.
Ιστορικά οι Ελληνες διανοούμενοι, για λόγους που αναλύω στο βιβλίο μου «Η μαγεία του πτυχίου», ήταν κοντά στην εξουσία, υπήρχαν και αναπαράγονταν σε μεγάλο βαθμό χάρη σ’ αυτήν. Αυτό ισχύει και για τη δημοσιογραφία όπως αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες σε μία διπλή συνθήκη: της κοινωνίας του θεάματος και της συγκέντρωσης πλούτου και μέσων. Ανθρωποι της ενημέρωσης και διανοούμενοι αντλούν αναγνώριση και αναγνωρισιμότητα με την ταύτιση με ένα μέσο και συχνότερα με μία πολιτική ομάδα. Καθρέφτης της κατάστασης αυτής είναι η δημόσια τηλεόραση, όπου νέα πρόσωπα εμφανίζονται μετά από κάθε εναλλαγή στην εξουσία, και τα περισσότερα ιδιωτικά μέσα.
Μέσα στο ασφυκτικό αυτό περιβάλλον παλαιοκομματικές ενέργειες σαν αυτές του κυβερνητικού εκπροσώπου βάλλουν ευθέως ενάντια στην ελεύθερη σκέψη. Ελεύθερη δεν σημαίνει αντικειμενική έξω από ιδεολογικά πλαίσια και υποκειμενικότητες, «αιωρούμενοι», όπως υποστήριξε άλλοτε ο Καρλ Μάνχαϊμ για τους διανοούμενους. Σημαίνει αποστασιοποίηση και κριτική στάση χωρίς εκπτώσεις σε κάθε είδους λόγο, «φιλικό» ή «εχθρικό».
Εξαιρέσεις αναμφισβήτητα υπάρχουν, πιθανόν μάλιστα πολλές. Αλλά και πολλοί της κατηγορίας αυτής, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, βάζουν νερό στην κριτική τους ματιά μέσω συμψηφισμών. Δεν λέω, αλλά και σεις τότε… Και εδώ, όμως, χάνεται το βασικό ζητούμενο, η ελεύθερη σκέψη. Και όταν αυτή χάνεται, καλοπροαίρετα ή μη, τα πάντα τελούν υπό αίρεση. Κάθε δράση γίνεται ένοχη. Και ο δρόμος είναι διάπλατα ανοιχτός στην εθελοδουλία.
* καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών
