ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΣΥΓΚΑΤΑΛΕΓΕΤΑΙ αδιαμφισβήτητα στους μείζονες ποιητές μας ο Αγγελος Σικελιανός, που συναντιέται οριστικά, σαν σήμερα το 1951, με την αιώνια απολλώνια λύρα και τις χιμαιρικές ρίμες των Μουσών. Γεννιέται στη Λευκάδα το 1884 και καθιερώνεται στα ελληνικά γράμματα το 1909 με την παρθενική του συλλογή «Ο Αλαφροΐσκιωτος». Με την πρώτη του σύζυγο Εύα Πάλμερ αναβιώνουν τις Δελφικές Εορτές τη δεκαετία του 1920 και προτείνεται πεντάκις για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ιδού ταπεινό δείγμα του πολυσχιδούς έργου του:
ΑΝΟΙΞΗ Και να, φουντώνει η άνοιξη!/ Το νέο μπουμπούκι δένει./ Χύνεται η μεγαλόπνοη/ και λιγοθυμισμένη/ αύρα από τα τετράψηλα,/ και κρυφαναστενάζοντας/ λυγάει τα κυπαρίσσια./ Οι ίσκιοι αλαφρώνουνε, οι αυγές,/ και η πελαγίσια/ ριπή ανασταίνει τ’ αφρολούλουδα/ στα διάφανα τετράβαθά της πλάτια·/ από τη μια ώς την άλλη νύχτα/ ανοίγονται,/ σκεπάζονται, ψηλά, τα μονοπάτια…// Και να, φουντώνει η άνοιξη!/ Παντού ο λαός, να δράξει τη μανία/ την ιερή, που ανάτρομη/ σκορπάει στα τετραπέρατα αρμονία,/ κι απ’ τον αγώνα του κορμιού,/ του νου, του δένδρου/ υψώνει αντάμα/, σε βύθη αϊτίσια, αθώρητα,/ το μέγα της χαράς το θάμα!
ΣΤΟΝ ΑΚΡΟΚΟΡΙΝΘΟ έπεφτεν η δύση/ πυρώνοντας το βράχο. Κ’ ευωδάτη/ φυκιού πνοή, απ’ το πέλαο, είχε αρχίσει/ να μεθά το λιγνό βαρβάτο μου άτι…// Αφροί στο χαλινάρι· κι απ’ το μάτι/ τ’ ασπράδι όλο φαινόταν· και να λύσει/ τη φούχτα μου, απ’ τα γκέμια του γεμάτη,/ πάλευε προς τα πλάτη να χιμήσει…// Ητανε η ώρα; Ηταν τα πλήθια μύρα;/ Ηταν βαθιά του πέλαγου η αρμύρα;/ Η αναπνοή η απόμακρη του δάσους;// Α! λίγο ακόμα αν κράταε το μελτέμι,/ ήξερα εγώ πώς σφίγγεται το γκέμι/ και τα πλευρά του μυθικού Πηγάσου!
ΑΧΕΛΩΟΣ (ΟΝΕΙΡΟΣ) Πλημμύρα ο Ασπροπόταμος, κ’ εγώ, στην τρομερή του ορμή/ καταμεσίς στημένος,/ στύλο τα πόδια μου έβανα κι ολόρτο απάνωθε κορμί,/ σα θεός εναντιωμένος…// Και ξαφνικά ο αγώνας μου μια δίψα ανέγνωρη έγινε,/ κι ως άνοιξα τα χείλα/ λίγο να σκύψω και να πιω, άσωτο νάμα ο ποταμός/ μες στην καρδιά μου εκύλα.// Κι όσο μ’ αλάφρων’ η καρδιά, τόσο γλυκότερο ένιωθα/ στα μέλη τον αγώνα,/ κ’ έπινα ως αύρα της αυγής το ρέμα που μου πάταγε/ μπροστύτερα το γόνα.// Τέλος, ως σβήνει, άμα γυρνά το κύμα αντίστροφα, ο αφρός/ στον απλωμένο άμμο,/ έμειν’ η κοίτη ολόστεγνη και λεύτερα τα πόδια μου,/ σαν τα φτερά, να δράμω!// Ετσι, ένιωσα, ως αλάφρωσα, μιαν άσωτη παλικαριά/ να μου ξυπνάει στα στήθη,/ κι όλο της πλάσης το δροσιό και των βουνών η λεβεντιά/ στα σωτικά μου εχύθη…// Ω, πόσο μου ήταν τ’ όνειρον από τον άθλο αδρότερο/ του ημίθεου που στο χέρι/ με ταύρου ανάρπασε μορφή τον ποταμό απ’ τα κέρατα,/ κρατώντας του καρτέρι,// και βάνοντας το γόνα του στο διπλωτό του τράχηλο,/ του σύντριψ’ έτσι το ένα·/ κι αυτός εχύθηκε, τρελός του πόνου, μες στα πέλαγα,/ μουγκρίζοντας ολοένα…
