Δίχως αμφιβολία η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με σημείο αναφοράς τη γαλλογερμανική πρόταση για το Ταμείο Ανάκαμψης, αποτελεί στοχευμένη παρέμβαση ειδικού σκοπού – την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας στην οικονομία.
Πρόκειται προφανώς για μια διαβεβαίωση που δεν πείθει την Ολλανδία και τους τέσσερις φειδωλούς του Βορρά, που φοβούνται ότι ο κοινός δανεισμός και η μεταφορά πόρων από τον Βορρά στον Νότο, που εμπεριέχονται στη γαλλογερμανική πρόταση για το Ταμείο Ανάκαμψης ως εργαλεία μιας στοχευμένης και χρονικά προσδιορισμένης δράσης, θα είναι οι βασικές συνιστώσες μιας αναπόφευκτης στρατηγικής συνολικής στροφής στην Ε.Ε.-ευρωζώνη.
Πρόκειται για μια χωρίς προσχήματα προληπτική επίθεση με ένα σαφές μήνυμα, ότι οι δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης είναι μια παρένθεση, μια προσχεδιασμένη απόκλιση από τη δημοσιονομική κανονικότητα, μια παρένθεση που θα κλείσει όταν θα έχουν αντιμετωπιστεί οι οικονομικές παρενέργειες της πανδημίας.
Ολα τα παραπάνω σε μια στιγμή που ουδείς μπορεί να προσδιορίσει με βεβαιότητα το εύρος και τη διάρκεια της πανδημίας, δύο άγνωστες μεταβλητές που μπορούν από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταμορφώσουν μια χώρα από φειδωλή σε αιτούσα για ενίσχυση.
Αν στην κορύφωση της πανδημίας και με ένα θερμό κοινωνικά φθινόπωρο στον ορίζοντα πολλών ευρωπαϊκών χωρών όπως η Γαλλία και η Ιταλία οι πέντε του Βορρά επιδεικνύουν αυστηρότητα και ακαμψία, το μήνυμα για οποιοδήποτε θεσμικό βήμα εμβάθυνσης στην ευρωζώνη είναι σαφώς αποθαρρυντικό.
Τηρουμένων των αναλογιών, οι πέντε του Βορρά επαναλαμβάνουν τη στάση της Γερμανίας στο διάστημα μεταξύ της έναρξης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης τον Σεπτέμβριο του 2008 μέχρι την έναρξη της κρίσης στην ευρωζώνη, την άνοιξη του 2010: στην αρχή άρνηση οποιασδήποτε στήριξης σε χώρες που το κόστος δανεισμού τους στις αγορές ήταν απαγορευτικό και στο τέλος στο πάρα πέντε στήριξη με υψηλού κοινωνικού και πολιτικού κόστους προαπαιτούμενα, που συνήθως αποκαλούνται μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές.
