Είναι αλήθεια πως καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικοί είναι κάποιοι άνθρωποι στη ζωή μας από το κενό που αφήνουν όταν «φεύγουν». Τις πρώτες μέρες το σώμα σου είναι μουδιασμένο, σε μια κατάσταση σοκ. Και το μυαλό σου αρνείται να επεξεργαστεί την απώλεια.
Λειτουργεί στους κανόνες που σοφά οι θρησκείες ονομάζουν «περίοδο πένθους», ακόμα κι αν ο καλός σου φίλος -διανοητής και διανοούμενος της γενιάς του- έχει επιλέξει την πολιτική κηδεία και την καύση. Τα διαδικαστικά, τα τυπικά που πρέπει να γίνουν, τα τριήμερα, τα εννιάμερα, τα σαράντα νομίζω όμως πως, έστω και με σχηματικό τρόπο, βοηθούν τους ανθρώπους να αποχαιρετήσουν τους νεκρούς τους.
Και να που περνάν οι μέρες, σαν τα ποτάμια που κυλούν μέσα από μεγάλες πέτρες, σαν τις απώλειες στο βάθος της ψυχής. Συνειδητοποιείς σιγά σιγά πως δεν θα ξαναχτυπήσει το τηλέφωνο με τον συγκεκριμένο αριθμό, πως δεν θα ξαναλάβεις mail από εκείνα τα ανεπανάληπτα που έστελνε ο φίλος σου: «Μπράβο Κυριακούλι μου, εξαιρετική η συνέντευξη Βερούκα, μπράβο που τον έφερες σε ωραία μονοπάτια και μίλησε όμορφα, το ότι πάω μέσα στον Ιούνιο για εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς σ’ το ‘πα;
Παρεμπιπτόντως, καλό μήνα αγαπημένη μου λευτ.Ξ» και «Σε σκέφτομαι Κυριακούλα μου, σε σκέφτομαι πολύ, να είσαι ήσυχη σε παρακαλώ και να μη φοβάσαι για τίποτα, όλα θα έρθουν και θα περάσουν, μόνο να προσέχουμε τον εαυτό μας λίγο παραπάνω και να μην ξεχνάμε να εισπνέουμε και να εκπνέουμε. Στη Γερμανία γιορτάζουν τα 250 χρόνια από τη γέννηση του Χέλντερλιν, ιδού ακολουθεί ένα ποίημά του, σε φιλώ λευτ.Ξ.
Στα νιάτα μου ήμουν χαρούμενος τα πρωινά,
τις νύχτες έκλαιγα· τώρα που είμαι μεγαλύτερος
η μέρα μου ξεκινά μ’ αμφισβήτηση, όμως
το τέλος της είναι ιερό και γαλήνιο».
Αυτό που σκέφτομαι καθώς αυτές τις μέρες συνομιλώ πιο πολύ από ποτέ με τον φίλο μου Λευτέρη Ξανθόπουλο, που έφυγε αναπάντεχα, είναι πόσο δύσκολο θα ήταν σε μια πατρίδα σαν τη δική μας, που οι άνθρωποι κατατάσσουν σε κατηγορίες, να σταθεί αφήνοντας ένα σημαντικό αποτύπωμα ως σκηνοθέτης και ποιητής. Εγινε γιατί αυτά τα δύο ήταν αναπόσπαστα μέσα του.
Πάντα. Μέχρι την τελευταία στιγμή, πριν από λίγες μέρες, που κάτω από ένα δέντρο στο Καμάρι μιλούσε με πάθος για ένα καινούργιο σενάριο, για μια καινούργια ταινία που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα ποίημα. Ξέρω πως η κάθε μέρα του ξεκινούσε με αμφισβήτηση, αλλά ξέρω πως πήρε τόση αγάπη από τους δικούς του ανθρώπους που το τέλος της ήταν ιερό και γαλήνιο. Κι εκεί, όπου κι αν είναι, ξέρω πως: «ψάχνεις το άλλο ταίρι του ποδιού, εσύ ο μονοσάνδαλος περιπλανώμενος, στα στεγανά τοπία της σιωπής σου».
*Στον Λευτέρη Ξανθόπουλο
