Γιατί λείπει η Πρώτη από τις μέρες της εβδομάδας; Να μας δώσει μια ώθηση, να κινήσει η μηχανή; Κατευθείαν βουτιά στα βαθιά της Δευτέρας με ταχύτητα πώς να μπει το σώμα, η ψυχή και το μυαλό σε εκκίνηση δίχως μια κάποια προετοιμασία, να μας βγάλει από τη βαθιά ραστώνη του Σαββατοκύριακου, μέσα στον καύσωνα του πρωτόγονου Ιούλη που ζούμε; Πάμε ή δεν πάμε διακοπές; Θέλουμε ή δεν θέλουμε τουρίστες; Θα έχουμε δουλειά το φθινόπωρο; Θα αναζωπυρωθεί η πανδημία; Μέχρι να τα επεξεργαστείς όλα αυτά το Σάββατο, σου μένει μισή Κυριακή να χαλαρώσεις.
Αυτή τη Δευτέρα, ξημερώματα, με την Πανσέληνο απρόθυμη να φύγει από τον αττικό ουρανό βγαίνω στο μπαλκόνι, από κάτω η πόλη αρχίζει να ξυπνά με ράθυμους ρυθμούς. Μια καφετιέρα ανοίγει, το ντους, ένα δειλό ραδιόφωνο, ο βίαιος βρυχηθμός μιας μηχανής, τα πρώτα πετάγματα των περιστεριών. Η εικόνα, σχεδόν ειδυλλιακή κι ας μη βρίσκεσαι σε βράχο της Σαντορίνης, αλλά στο μπαλκόνι μιας αθηναϊκής πολυκατοικίας.
«Δε δουλεύω τη Δευτέρα, πω πω πω τι έπαθα, δε δουλεύω τη Δευτέρα γιατί με πονάει η φτέρνα», να το πάλι το παιδικό τραγουδάκι που μας μάθαιναν στο νηπιαγωγείο, στριφογυρίζει στο μυαλό και ψάχνει για δικαιολογίες που θα επιμηκύνουν το Σαββατοκύριακο. Θα παραφράσω τον Αλεξανδρινό και «Οδύσσεια “Δευτέρα” και μεγάλη, της πρώτης μείζων ίσως. Αλλά φευ άνευ Ομήρου, άνευ εξαμέτρων».
Πώς να γίνει ένδοξη μια Δευτέρα που για πολλούς αρχίζει μια Οδύσσεια επιβίωσης; Τους χιλιάδες ανθρώπους που περίμεναν να δουλέψουν το καλοκαίρι για να βγάλουν τον χειμώνα σκέφτομαι. Αυτούς που τα δελτία ειδήσεων λένε «εποχιακούς». Πώς θα ζήσουν; Αληθινή πρόκληση της κάθε Δευτέρας από δω και πέρα. Ελπίζω περισσότερο στο εφευρετικό κύτταρο του μυθικού Οδυσσέα παρά στις εξαγγελίες της κυβέρνησης.
Θα μου πείτε πως θα υπάρξουν καλύτερες εποχές, ναι αλλά… αυτή εδώ είναι η δική μας. Και δεν μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο αυτή η Δευτέρα του καλοκαιριού που χρόνια τώρα ξεκινούσε το μελίσσι να δουλεύει και να φτιάχνει το μέλι του χειμώνα. Δευτέρα ξημερώματα και είναι ήδη «θύελλες ζαλωμένο το πρωινό μες στο κατακαλόκαιρο. Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών σαλπάρουν τα σύννεφα, και, εκεί, τ’ αρπάζει ο άνεμος και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα. Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας».
