ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χριστίνα Κοψίνη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εντός του 2020 οι τράπεζες υπολογίζουν ότι θα έχουν διοχετεύσει στην οικονομία, συνολικά, 17 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο του ρόλου τους για την αντιμετώπιση της κρίσης. «Θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν προγράμματα στήριξης των επιχειρήσεων και των πολιτών, με αντικειμενικά κριτήρια, αδιάβλητες διαδικασίες, με σεβασμό στους κανόνες του ανταγωνισμού και σταθερό γνώμονα την προστασία επιχειρήσεων, νοικοκυριών, καταθετών, των Ελλήνων φορολογούμενων και του δημοσίου συμφέροντος».

Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει συγκροτημένα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μέσω της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, απαντώντας στην κριτική περί μη ανταπόκρισης στις ανάγκες ρευστότητας των επιχειρήσεων κυρίως, καθώς πληθώρα αιτήσεων που υποβλήθηκαν στα πρόγραμμα ΤΕΠΙΧ ΙΙ της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας απορρίφθηκαν αν και πληρούσαν τα κριτήρια. Ο κύριος λόγος ήταν ο μικρός σε σχέση με τις ανάγκες της αγοράς προϋπολογισμός του προγράμματος, για την ένταξη στο οποίο τηρείται απόλυτη σειρά προτεραιότητας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για το ΤΕΠΙΧ ΙΙ στο Πληροφοριακό Σύστημα Κρατικών Ενισχύσεων του ΥΠΑΝ, υποβλήθηκαν 98.622 αιτήσεις, συνολικού αιτούμενου ποσού 10,2 δισ. ευρώ. Τελικά, το πρόγραμμα έκλεισε στο 1,6 δισ. ευρώ, έναντι 2 δισ. ευρώ που είχε αναφέρει το υπουργείο. Η Ενωση σημειώνει ότι για το συγκεκριμένο πρόγραμμα ζητήθηκαν μόνο οι απολύτως απαραίτητες εξασφαλίσεις, καθώς το δάνειο κατά 60% αποτελεί πιστωτικό κίνδυνο της τράπεζας και κατά 40% της Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Πολύ μεγάλη είναι η ζήτηση και για το πρόγραμμα εγγυοδοσία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας –στο οποίο δεν υπάρχει η ρήτρα διατήρησης των θέσεων απασχόλησης–συνολικού ποσού 7 δισ. ευρώ.

Για το θέμα το εγγυήσεων πάντως, μόλις πριν από μερικές ημέρες το Δημοσιονομικό Συμβούλιο μέσω της Εαρινής Εκθεσης, εξέφρασε τους προβληματισμούς του: «Σύμφωνα με το ΥΠΟΙΚ, οι εγγυήσεις αυτές αναμένεται να κινητοποιήσουν συνολικούς πόρους 7 δισ. ευρώ, πρόβλεψη που ενδεχομένως να αποδειχθεί υπεραισιόδοξη.

Επιπρόσθετα, οι πιστώσεις που θα κατευθυνθούν προς τα εγγυημένα δάνεια πιθανόν να μην αποτελέσουν νέους πρόσθετους χρηματοδοτικούς πόρους που θα αυξάνουν τη συνολική χρηματοδότηση της οικονομίας, αλλά απλή ανακατεύθυνση υφιστάμενων κεφαλαίων που θα είχαν διατεθεί ούτως ή άλλως στην αγορά από τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά σε άλλους δανειολήπτες.

Στην περίπτωση αυτή είναι πιθανό η κρατική παρέμβαση να αποκτήσει και μια στρεβλωτική διάσταση, στο μέτρο που μπορεί να μετατοπίσει χρηματοδοτήσεις προς λιγότερο αποδοτικά επενδυτικά σχέδια. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών και ενδεχομένως σε δημιουργία μιας νέας γενιάς μη εξυπηρετούμενων δανείων, με πιθανές αυξημένες καταπτώσεις και κατ’ ακολουθία πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος».

Με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, που δημοσιοποιήθηκαν την Παρασκευή, η αναστολή δόσεων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά έδωσε «μαξιλάρι» ρευστότητας 5 δισ. ευρώ, ο αριθμός των ωφελούμενων έφτασε τους 179.000 ενώ το ποσοστό ικανοποίησης αιτημάτων ήταν 75%.

Ρυθμίσεις δανείων

Αν προστεθούν και οι διμερείς ρυθμίσεις δανείων που συνεχίζουν να προσφέρουν οι τράπεζες με στόχο τη μείωση των κόκκινων δανείων (στο διάστημα Ιουλίου 2019 – Μαΐου 2020 έχουν ρυθμιστεί δάνεια περίπου 80.000 οφειλετών, ύψους 10 δισ. ευρώ) τότε φτάνουμε στις 260.000 επιχειρήσεις και νοικοκυριά που ρύθμισαν ή ανέστειλαν τις οφειλές τους, σε βραχύ χρονικό διάστημα.

Το τραπεζικό σύστημα, ακόμα και πριν από την ενεργοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων του Δημοσίου, τονίζει η Ενωση, με ίδια μέσα προχώρησε στην παροχή ρευστότητας στις επιχειρήσεις για την κάλυψη των πάσης φύσεως αναγκών τους. Με βάση στοιχεία του πρώτου τριμήνου, οι νέες χρηματοδοτήσεις προς επιχειρήσεις και ιδιώτες αυξήθηκαν κατά 3 δισ. ευρώ.