ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μανόλης Γ. Δρεττάκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολλές προτάσεις έχουν γίνει από οικονομολόγους και κόμματα, αλλά και αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αξιωματική και την ελάσσονα αντιπολίτευση προκάλεσε η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Ταμείο Ανάπτυξης ύψους 500 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις και 250 δισ. ευρώ δάνεια, από τα οποία η χώρα μας θα λάβει 22 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις και 10 δισ. ευρώ σε δάνεια. Τα ποσά αυτά θα δανειστεί η Ε.Ε. από τις αγορές.

Κατ’ αρχάς υπάρχει γενική παραδοχή ότι η πρόταση αυτή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελεί το σπάσιμο του «ταμπού» του δανεισμού από την Ε.Ε. ως συνόλου, δηλαδή την εξυπηρέτηση του χρέους αυτού από τα κράτη-μέλη ανάλογα με την οικονομική τους δύναμη και την κατανομή των πόρων του Ταμείου στα κράτη ανάλογα με το πόσο έχει πληγεί η κοινωνία και η οικονομία τους από τον κορονοϊο και την προηγηθείσα παγκόσμια οικονομική κρίση (στην περίπτωση της Ελλάδας ελήφθησαν υπόψη το ύψος του δημόσιου χρέους και της ανεργίας που προκάλεσαν τα μνημόνια καθώς και οι επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία και ιδιαίτερα στον τουρισμό).

Από τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργαρίτη Σχοινά επισημάνθηκε ότι το ποσό των 32 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάπτυξης, αν τελικά εγκριθεί, αποτελεί ουσιαστικά ένα δεύτερο ΕΣΠΑ και άλλοι σχολιαστές προσθέτουν σε αυτά και το «μαξιλάρι» που έχει συγκεντρωθεί, κάνοντας λόγο για ένα συνολικό ποσό 100 δισ. ευρώ που θα είναι διαθέσιμα για την ανασυγκρότηση της χώρας, χωρίς όμως να αναφέρουν ότι σχεδόν το μισό από το ποσό αυτό είναι δάνεια.

Ανεξάρτητα, όμως, από όλα τα παραπάνω, γεγονός είναι ότι η Ελλάδα με τα 22 δισ. επιδοτήσεων και το ΕΣΠΑ 2021-2017 θα διαθέτει (όχι δανειακούς) πόρους πρωτοφανούς ύψους για τα επόμενα επτά έτη. Τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι (α) πώς αυτοί οι πόροι από τη μια μεριά θα «θεραπεύσουν» την ελληνική κοινωνία που έχει βαθιά πληγεί από τα μνημόνια και τον κορονοϊο και (β) αν θα αποτελέσουν έναυσμα για τον πραγματικό εκσυγχρονισμό της οικονομίας.

Η εμπειρία από τη διαχείριση της οικονομίας της χώρας από όλες τις κυβερνήσεις από το 1974 μέχρι σήμερα είναι ότι δεν χρησιμοποίησαν τους διαθέσιμους πόρους και δάνεια που συνήψαν για την αναδιάρθρωση της οικονομίας ώστε να γίνει διεθνώς ανταγωνιστική. Ενα μάλιστα μέρος των πόρων αυτών σπαταλήθηκε μικροκομματικά, ενώ κάποιοι από αυτούς που τους διαχειρίστηκαν αναμείχθηκαν σε σκάνδαλα, αλλά ελάχιστοι καταδικάστηκαν και φυλακίστηκαν.

Μετά την οδυνηρή για τον λαό και τη χώρα δεκαετία των τριών μνημονίων και αυτήν που βιώνουμε τώρα λόγω του κορονοϊού αλλά και εκείνη που θα ακολουθήσει μέχρις ότου η νέα αυτή μάστιγα τιθασευτεί με εμβόλιο, είναι επιτακτική ανάγκη οι πόροι που αναφέρθηκαν στην αρχή να αξιοποιηθούν με την κατάρτιση και εφαρμογή ενός επταετούς προγράμματος «ανάταξης» της κοινωνίας και αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Ειδικότερα:

Ενα μέρος των πόρων πρέπει να αφιερωθεί για την επούλωση των πληγών που προκάλεσαν στην πλειονότητα του λαού τα μνημόνια και ο κορονοϊός. Το μεγαλύτερο, όμως, μέρος τους πρέπει να αξιοποιηθεί για τη ριζική αλλαγή της δομής της οικονομίας. Πιο συγκεκριμένα, οι πόροι αυτοί πρέπει να συμβάλουν στην αναδιάρθρωση του πρωτογενούς τομέα με έμφαση στις νέες ανταγωνιστικές καλλιέργειες, του δευτερογενούς τομέα με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και ανάπτυξη ανταγωνιστικών κλάδων, αξιοποιώντας το εντός και εκτός Ελλάδος άξιο ανθρώπινο δυναμικό (ώστε να μειωθεί η εξάρτηση της οικονομίας από τον τριτογενή τομέα και ιδιαίτερα τον τουρισμό) και, τέλος, στην κάλυψη ελλείψεων σε τομείς στους οποίους υστερεί η χώρα μας (υγεία, παιδεία κ.λπ.) και σε υποδομές.

Την ευθύνη κατάρτισης αυτού του επταετούς προγράμματος έχει φυσικά η σημερινή κυβέρνηση, η εφαρμογή του, όμως, θα γίνει από τις κυβερνήσεις της επταετίας 2021-2027. Κατά συνέπεια στην κατάρτισή του πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προτάσεις όλων των κομμάτων καθώς και των κοινωνικών φορέων.

Σε αντίθεση με τα όσα συνέβαιναν την περίοδο των τριών μνημονίων, το πρόγραμμα αυτό πρέπει να εγκριθεί από τη Βουλή. Στη σχετική συζήτηση θα πρέπει να γίνουν οι αναγκαίες τροποποιήσεις και προσθήκες, ώστε να ψηφιστεί όχι μόνο από το κυβερνών αλλά και από άλλα κόμματα. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα στηριχθεί η κοινωνία και θα εκσυγχρονιστεί και καταστεί διεθνώς ανταγωνιστική η οικονομία μας.

* πρώην αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ