Αρχές Μεταπολίτευσης και εγώ μηχανικός στη βιομηχανία. Από την ποίηση του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στον θόρυβο, τη σκόνη, την ένταση και τον ρεαλισμό της παραγωγής. Από τη βουτιά στον ουρανό στην πεζότητα της καθημερινότητας και της επιβίωσης. Κάποιο πρωί, ο διευθυντής του εργοστασίου, στην καθημερινή μας συνάντηση, με ρωτά: «Ποιος Δαφέρμος θα καταθέσει αύριο ως μάρτυρας στη δίκη του Πολυτεχνείου;» «Πού το μάθατε;» τον ρωτώ. «Η τηλεόραση το είπε», μου απαντά. Δεν είχα μάθει τίποτα! «Μάλλον εγώ είμαι», του λέω, «μπορώ να μην έλθω αύριο στη δουλειά;» Παίρνω την άδεια.
Δεν γνωρίζω πώς προέκυψε. Κανείς δεν με είχε ενημερώσει. Εξάλλου, μετά την πτώση της χούντας, κομμάτια και θρύψαλα το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα. Ο καθείς και η πορεία του. Εκ των υστέρων έμαθα ότι ένας δικηγόρος της πολιτικής αγωγής, με ένα νομικό τερτίπι, κατάφερε να κληθούν μέλη της συντονιστικής επιτροπής ως μάρτυρες κατηγορίας. Καμιά όμως συνεννόηση με τον δικηγόρο για το πού πρέπει να ρίξω το βάρος της κατάθεσής μου. Πάω στα τυφλά.
Πρωί πρωί καταφθάνω στον Κορυδαλλό. Συναντώ και κάποιους από τους παλιούς συναγωνιστές. Τυπικές οι συζητήσεις. Το κλίμα έχει αλλάξει. Ο καθένας και η καριέρα του, ο καθένας και η θλίψη του. Τώρα άλλοι κάνουν κουμάντο. Η δίκη της σφαγής του Πολυτεχνείου μοιάζει ρουτίνα. Τα πολιτικά πράγματα εξελίσσονται προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που θα ήθελε το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα. Θέλουμε να καταδικαστούν ο Παπαδόπουλος και η παρέα του. Και μετά τι; Ο πανίσχυρος Καραμανλής δεν επιτρέπει καν την αποχουντοποίηση του Στρατού, της Δικαιοσύνης και του κρατικού μηχανισμού. Μόνο λίγοι καθηγητές ΑΕΙ διώχτηκαν κάτω από το βάρος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
Η δίκη αρχίζει. Ολοι στις θέσεις τους. Κάθομαι λοξά απέναντί τους και τους παρατηρώ. Πρώτη φορά βρίσκομαι τόσο κοντά με τον Παπαδόπουλο. Φέρνω στη σκέψη μου τα δραματικά γεγονότα που προκάλεσαν τούτα τα ανόητα υποκείμενα. Αν δεν κατείχαν όπλα, είναι σίγουρο ότι θα περνούσαν απαρατήρητα από τούτη τη ζωή ό,τι και αν έκαναν, όποιες φιλοδοξίες και αν είχαν. Ελάχιστη σκέψη χωρά στα μικρά τους κεφάλια. Παρατηρώ περισσότερο τον Παπαδόπουλο με το ανήσυχο και νευρικό βλέμμα. Κάποια στιγμή διασταυρώνονται τα βλέμματά μας. Δίχως να σκεφτώ καθόλου, σφίγγω τα δόντια μου, του τα δείχνω και κουνάω απειλητικά δεξιά-αριστερά το κεφάλι μου.
Από τη στιγμή αυτή και μετά ο Παπαδόπουλος κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Ποιος ξέρει τι σκέφτεται. Συνωμότης ο ίδιος μια ζωή, φοβάται και τη σκιά του. Αλλά αν κάποιος θέλει να του κάνει κακό, του φανερώνεται πρώτα με αυτόν τον τρόπο; Η δύσκολη θέση που βρίσκεται, φαίνεται, δεν βοηθά καθόλου τη σκέψη του. Ο ίδιος, αν και ξεσκολισμένος συνωμότης, την πάτησε από τον Ιωαννίδη. Τι να φοβήθηκε άραγε μέσα στο δικαστήριο;
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, όπου και να πάω με παρακολουθεί με το βλέμμα του. Στο διάλειμμα της δίκης, καθώς φεύγει από την αίθουσα, γυρνά το κεφάλι του και ανήσυχος ψάχνει να δει πού είμαι. Ενας μικροπανικός τον έχει καταλάβει. Εγώ το διασκεδάζω. Μόλις με κοιτάζει, αγριεύω το βλέμμα μου. Εκείνος αμέσως γυρνά το κεφάλι του αλλού. Ηταν μια πολύ διασκεδαστική στιγμή.
Φαίνεται πως τα άτομα αυτά, όταν δεν είχαν μόνο αυτοί τα όπλα, η ανδρεία τους βούλιαζε απολύτως στον φόβο. Το περιστατικό αυτό το είχα εντελώς ξεχάσει, ως κάτι το ασήμαντο. Τώρα το βρίσκω ως ένα ιδιαίτερα διασκεδαστικό γεγονός.
