ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κοιτώντας τη μεγάλη εικόνα αποκωδικοποιούμε τις μικρότερες∙ τις εγχώριες. Βάζουμε πράγματα στις διαστάσεις τους. Θέτουμε ερωτήματα. Ίσως, ιεραρχούμε προτεραιότητες. Πάντως, σε πολλές περιπτώσεις, η οπτική του Γερμανού κοινωνιολόγου Ούλριχ Μπεκ για την παγκόσμια «κοινωνία της διακινδύνευσης», είναι δικαιωμένη. Εχουν αυξηθεί οι εξωγενείς κίνδυνοι.

Η Ευρώπη ‒που μας ενδιαφέρει‒ αντιμετωπίζει απελπισίες: περιβάλλον, κλιματικές απειλές, αβεβαιότητες, εργασιακή ανασφάλεια, ανεργία και φτωχοποίηση, υπονόμευση δημοκρατικών αρχών, ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών, θεσμών (παιδεία, υγεία, δημόσιες υποδομές, πολιτισμός κ.λπ.). Στην Ελλάδα, οι απελπισίες κινούνται σε υπερθετικό βαθμό.

Στο τέλος του καταλόγου, έρχονται οι εθνικισμοί. Δεν εννοούμε τους εθνικισμούς που εκφράζονται ως απροκάλυπτοι ρατσισμοί σε ανελεύθερες δημοκρατίες και ως κινήματα αντι-μετανάστευσης. Μιλάμε για τους θεσμικούς εθνικισμούς που, στο τέλος, θα διαλύσουν την Ενωμένη Ευρώπη.

Με την πανδημία, η αφήγηση της παγκοσμιοποίησης αμφισβητήθηκε τόσο από τους ωφελημένους όσο και από τους ηττημένους. Η πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου 2020 θα μείνει στην ιστορία ως φρένο στον τροχό της παγκοσμιοποίησης και ως αρχή μιας νέας οικονομικής ύφεσης ‒ της δεύτερης στον 21ο αιώνα. Οι απώλειες δεν θα είναι όπως εκείνες της πανούκλας στην Ευρώπη του 1350. Όμως, θα είναι τραυματικές. Για το προβλέψιμο μέλλον, η παγκοσμιοποίηση –με ό,τι αυτό συνεπάγεται‒ θα συνεχίζει με έντονες διακυμάνσεις.

Η αφήγηση του κυρίαρχου νεοφιλελευθερισμού, επίσης δέχθηκε πολύπλευρα κτυπήματα. Με την παγκοσμιοποίηση να είναι λιγότερο πειστική, οι ίδιοι οι νεοφιλελεύθεροι ήδη δείχνουν απρόθυμοι να τη στηρίξουν με πόρους, κανόνες και θεσμούς.

Από την άλλη, η πράσινη και αριστερή κριτική εστιάζει στις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης για το περιβάλλον και την εργασία – και αυτό δεν ενδιαφέρει κανέναν, όπως δεν ενδιαφέρουν και οι αφηγήσεις των διάφορων μαρξισμών. Τέλος, η λαϊκίστικη κριτική επικεντρώνεται στην αποβιομηχάνιση, τη μετανάστευση και την πολιτισμική αλλοίωση –παραδόξως, ενδιαφέρουν τους περισσότερους‒, με αναζωογονημένους τους παλαιούς φόβους για τον «κίτρινο πυρετό» που υποτίθεται ότι θα απειλεί μονίμως τα ζωτικά συμφέροντα της Δύσης.

Αυτή η μεγάλη εικόνα αντανακλάται στην Ελλάδα. Ο αντιπολιτευτικός λόγος δεν πείθει. Το περιβάλλον δεν ενδιαφέρει την παρούσα κυβέρνηση. Το ίδιο και η απασχόληση, η παιδεία και ο πολιτισμός – ενώ ισχυρίζεται το αντίθετο. Στην πράξη, σχεδόν αδιαφορεί για τις υφιστάμενες θέσεις εργασίας. Υπόσχεται να τις αναπληρώσει με … μελλοντικές «υπερ-επενδύσεις» σε ένα κλίμα παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ήρθε για να μείνει.

Για μία ακόμα φορά, η εννόηση του κόσμου και της κοινωνίας μας θα πρέπει να ακουμπάει λίγο τους ανθρώπους. Και, ξανά, δεν το κάνει. Αλλά ούτε αναιρεί τις υπερβολές του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Π.χ., η Μέρκελ νιώθει καλά μέσω της νεομερκαντιλιστικής εντολής «Μείνετε στη Γερμανία, μην πάτε διακοπές στο Νότο». Αλλά ταυτόχρονα αξιώνει από την Ελλάδα να αγοράζει τα γερμανικά προϊόντα. Αυτό δεν γίνεται.

Όμως, η ελληνική κυβέρνηση το κάνει να γίνεται. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ενδιαφέρεται για το δικό της πολιτικό εγχώριο αφήγημα «εμείς μπορούμε καλύτερα». Με άσφαιρες «μεταρρυθμίσεις», «κοινωνίες της πληροφορίας» και κάμερες επιτήρησης, μας κάνει πελάτες της Ζίμενς και των λοιπών διεθνικών επιχειρήσεων αιχμής, σε οργουελικό κλίμα κανόνων γα τους πολλούς και ασυδοσίας για τους κολλητούς: διαφθορά, διαπλοκή, αποεπένδυση, ανεργία, εθελοδουλία. Με ένα δημόσιο χρέος, ήδη, μη βιώσιμο.

Όσο για την αφήγηση της παγκόσμιας διακυβέρνησης; Ηδη μένει πίσω. Η αστραφτερή αίθουσα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ βρίσκεται σε πλήρη δυσαρμονία με το αχούρι που είναι ο κόσμος. Το αφήγημα αυτό είχε μπει στην ατζέντα τη δεκαετία του 1940, όταν όλοι είχαν χεστεί πάνω τους με τον όλεθρο που προκάλεσαν οι πόλεμοι, και όταν τα κράτη δεν μπορούσαν πλέον να διαχειριστούν τις εθνικές οικονομίες τους χωρίς να βλάψουν τους γείτονες – όπως σήμερα.

Αλλά τότε, όπως σήμερα, τίποτα δεν είχε γίνει για χάρη ενός παγκόσμιου ορίου προστασίας, πόσο μάλλον ενός παγκόσμιου ανώτατου ορίου για την ανισότητα. Η αρχική σχέση μεταξύ Οικουμενικών Διακηρύξεων και της πολιτικής οικονομίας αφορούσε ελάχιστες υποθέσεις εγγυήσεων και υποκριτικούς-πειραματικούς στόχους για δήθεν εθνικές ευημερίες. Π.χ., τα δικαιώματα του ΟΗΕ ήταν ένα φιλόδοξο αφήγημα ισότητας που παρακολουθούσε στενά τη θεμελίωση των ανισοτήτων, δίχως παγκόσμια –και φυσικά δίχως εθνική‒ βούληση για τη μείωσή τους. Να τα λέμε κι αυτά…

Τώρα, θα πείτε, πώς θα αλλάξουν αυτά; Πότε; Από ποιους; Με ποιους; Τα ίδια αναρωτιέμαι και εγώ. Αλλά πάντα υπάρχουν παραμυθίες. Στον εγκλεισμό διάβασα τον εκπληκτικό «Κόμη Μοντεχρίστο» του Αλέξανδρου Δουμά (στη σειρά Orbis Literae του Gutenberg). Ξέρετε πώς τελείωνε; Με τρεις λέξεις: «Καρτερείτε και ελπίζετε!»