Εφαρμόζω αλάνθαστη μέθοδο από χρόνια: Για να μην ξεχνώ προσφιλή μου πρόσωπα τις μέρες πανηγυρισμού δημοφιλών αγίων, όπως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος, ο Νικόλαος εκ Μύρων, οι Παμμέγιστοι Ταξιάρχες, οι Κωνσταντίνος και Ελένη και ασφαλώς η Παναγιά, καταρτίζω μακροσκελείς καταλόγους με τους εορτάζοντες αποβραδίς την παραμονή και αφιερώνω κάμποσες ώρες να τους τηλεφωνήσω ανήμερα τις σχετικές ευχές. Κοπιαστική και σχολαστική ενασχόληση, που σε αποζημιώνει ωστόσο με συγκίνηση και χαρά, δίνοντάς σου την ευκαιρία να τα πεις με φιλαράκια και συγγενείς που συναντιέστε πια αραιά και πού.
Υπέροχη λιακάδα προχθές· θριαμβική επέλαση της άνοιξης. Βγήκα, λοιπόν, πρωινός πρωινός στη βεράντα κρατώντας το αχνιστό καφεδάκι μου και τρία κατεβατά με Γεωργίες και Γιώργηδες υπό μάλης. Κοιμόντουσαν ακόμη οι περισσότεροι – δείξε μου τον φίλο σου… Πέτυχα όμως ετοιμοπόλεμο τον συμπαθέστατο σύντροφο αγαπημένης μου ξαδελφούλας. Σχημάτισα τον αριθμό του σπιτιού τους στο πληκτρολόγιο και αντρική, νεανική, σάμπως γνώριμη φωνή με καλημέρισε στην άλλη άκρη του σύρματος.
Χρόνια πολλά Γιωργάκη, κάνω σκερτσόζικα, παρατείνοντας τα καταληκτικά φωνήεντα. -«Να σε καμαρώσουμε εκατό χρονών» συμπληρώνω. -«Πρώτη φορά ακούω τέτοιο καλωνόρισμα. Ομορφο μεν, υπερβολικό δε. Ας είναι λιγότερα, αρκεί να τα ζήσουμε καλά» με ευχαριστεί με ευγένεια. -«Το λένε κάτι σαββατογεννημένες γριές στο χωριό μου» εξηγώ. -«Βαθιά φιλοσοφημένο. Για να σε θαυμάζουμε, πά’ να πει πως θα ’σαι υγιής και κοτσονάτος. Αν έχεις γίνει ραμολιμέντο και χούφταλο τι σόι περηφάνια θα προκαλούσες; Υποκρύπτει ισχυρές δόσεις ιδιοτέλειας, εξάλλου, τούτη η αθώα φιλοφρόνηση. Οταν εσύ θα συμπληρώνεις τον αιώνα, εγώ θα βαδίζω αισίως στη δέκατη τρίτη δεκαετία μου και προϋπόθεση για να μπορώ να καμαρώνω είναι να στέκομαι τουλάχιστον στα πόδια μου, να βλέπω και να σκέπτομαι».
Επαινούμε γελώντας τις σοφές και αρκούντως υστερόβουλες εσχατόγριες. Επειτα αρχίζουμε να λέμε τα δικά μας. Για την κλεισούρα στα τέσσερα ντουβάρια, τη δουλειά μας που εκτελείται μετ’ εμποδίων εξ αποστάσεως, τα ενδιαφέροντα βιβλία που διαβάσαμε, τις αξιόλογες ταινίες που είδαμε. Η συνδιάλεξη εξακολουθεί ευχάριστα, αφού αμφότεροι αμολάμε πού και πού τίποτα κουφές ατάκες που γίνονται δεκτές με εκατέρωθεν καμπανιστά χάχανα. Ωσπου μου ’ρχεται η φαεινή να αναφερθώ στις γυναίκες της ζωής του.
Στη σύζυγο και τις θαυμάσιες κορούλες τους εστίασα. -«Τι κάνουν, αλήθεια, τα κορίτσια σου;» ρωτώ. -«Ποια κορίτσια;» αποκρίνεται διστακτικά. -«Μα η Κατερίνα, το Ρηνάκι κι η Κάλια. Ποια άλλα;» τον προσγειώνω αφοπλιστικά. Παύση διαρκείας στη γραμμή. -«Συγγνώμη, ποιος είστε;» ψελλίζει ύστερα από λίγο σε αμήχανο πληθυντικό. -«Πήρα το εξής νούμερο» διαβάζω ένα ένα τα ψηφία απ’ τη λίστα. Είχα μπερδέψει το «οκτώ» με το «πέντε» κι εκείνος με πέρασε για χαβαλέ οικογενειακό τους φίλο. -«Αφού σε λένε Γιώργο, παρεμπιπτόντως, και πάλι χρόνια σου πολλά και να σε καμαρώσουμε εκατό» επαναλαμβάνω την ευχή. Ξεκαρδιστήκαμε ακόμα μια φορά με την υπόσχεση να ξαναμιλήσουμε σύντομα. Απρόβλεπτες, αλλοπρόσαλλες φιλίες σε εποχές αναγκαστικού εγκλεισμού.
