Οι επιθέσεις με βιτριόλι για ξεκαθάρισμα λογαριασμών επανήλθαν στην επικαιρότητα με αφορμή το πρόσφατο ειδεχθές περιστατικό της Καλλιθέας. Ανάγονται, ωστόσο, στους σκοτεινούς καιρούς του Μεσαίωνα. Κατά τη σύγχρονη εποχή διαδόθηκαν μέσω της αστυνομικής λογοτεχνίας το 1930. Απατημένη ηρωίδα του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ περιχύνει θειικό οξύ στο πρόσωπο του άκαρδου βαρόνου εραστή της. Οντας γιατρός ο συγγραφέας, περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τα ολέθρια αποτελέσματα του αποκρουστικού συμβάντος. Τον Οκτώβριο του 1932 πρωτάκουστη ανταπόκριση από τη Νανσί της Γαλλίας με τίτλο «Πώς παρεμόρφωσε την αντίζηλό της» σοκάρει τους αναγνώστες των αθηναϊκών εφημερίδων. Λίγο αργότερα, η νεαρή Κούλα Ράμμου τυφλώνει με οξύ τον εργοδότη της Ασημάκη Κουτσογιάννη που δεν τήρησε την υπόσχεση να τη στεφανωθεί. Ακολουθεί κατά πόδας η τριάντα ενός ετών Ειρήνη Πασχύλη με παθόντα τον εισοσιεννιάχρονο Κώστα Πυρόβολο.
Ξακουστή βιτριολίστρια κατά τον Μεσοπόλεμο υπήρξε η μετέπειτα αθάνατη λαϊκή ερμηνεύτρια Σωτηρία Μπέλλου. Γράφτηκαν μισές αλήθειες σχετικά τούτες τις μέρες, οπότε αφήνουμε την ίδια να διηγηθεί τα καθέκαστα μέσα από τον βιογραφικό τόμο της Σοφίας Αδαμίδου «Πότε ντόρτια πότε εξάρες, η περιπλανώμενη ζωή μιας ρεμπέτισσας» (Πατάκης, 2005). Ατίθασο αγοροκόριτσο, μεγαλώνει στη συντηρητική κοινωνία της Χαλκίδας. Ο ανυπότακτος χαρακτήρας της δεν αφήνει άλλη επιλογή στον ευυπόληπτο μεγαλομπακάλη πατέρα της Κυριάκο απ’ το να την παντρέψει νωρίς. Την αρραβωνιάζει στα δεκάξι της με τον Γιάννη, γόνο φιλικής οικογένειας. Πιτσιρίκος κι εκείνος, την υπεραγαπά, αλλά δεν αντέχει τα διαρκή καψόνια της. Οταν η Σωτηρία πετάει μια μέρα τη βέρα στο πάτωμα, αναγκάζοντάς τον να την ψάχνει μπουσουλώντας με υπόκρουση τα τρανταχτά γέλια της, καταλαβαίνει πως το συνοικέσιο δεν έχει μέλλον και το διαλύει εκών – άκων.
Υποπίπτει το 1938 η μικρά στο σφάλμα να ανταποκριθεί στα γλυκοκοιτάγματα του εκδηλωτικού ελεγκτή των ΚΤΕΛ Βαγγέλη Ντριμπούρα που συχνάζει στο μαγαζί τους. Τον θέλει κι αυτή, οπότε ο πατέρας της λέει ευχαρίστως το «ναι», προικίζοντάς την πλουσιοπάροχα. Ο σύζυγος την κακομεταχειρίζεται κι η Μπέλλου δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της. Μόλις ανακαλύπτει πως έχει ερωμένη, γεμίζει ένα μπουκάλι με βιτριόλι και: «Πάω στο καφενείο, που ήταν δίπλα στα πρακτορεία, όπου σύχναζε ο προκομμένος, και το αδειάζω σ’ ένα ποτήρι του καφέ για να μην υποψιαστεί τίποτε. Καθόταν με κάτι άλλους και τα πίνανε, αλλά για καλή του τύχη φόραγε γυαλιά ηλίου. Πάω εκεί, τον πλησιάζω. “Βαγγέλη, τι κάνεις” του λέω και του σερβίρω το βιτριόλι στα μούτρα και του ’κανα εγκαύματα». Τρώει τρία χρονάκια από τα οποία εκτίει έξι μήνες στου Αβέρωφ, όπου μυείται στον ομοφυλοφιλικό έρωτα από στοργική ανθρωποφύλακα. Ουδέποτε δίνει διαζύγιο στον Βαγγέλη, ούτε κι εκείνος το ζητά. Τον συναντά πού και πού, ώς το ’77 που πεθαίνει, στη σχολή οδηγών που διατηρεί στην Αθήνα, κι εκείνος την ακούει συχνά στα πάλκα. Τι τα θες! «Μετά απ’ όσα μου ’κανε, του ’δωσα κι εγώ το πανάκι του και ησύχασε» λέει.
