Στενάζει η Αθήνα κι ολόκληρη η χώρα κάτω απ’ τη ναζιστική μπότα τέτοιες μέρες το 1941. Τα πανεπιστήμια είναι κλειστά κι οι πρωτοετείς μοιράζονται την αγανάκτησή τους σε πλατείες και πάρκα. Διηγείται ένας απ’ αυτούς: «Μια μέρα όλοι μαζί οι φοιτητές παρέα βρισκόμασταν πάλι στο Ζάππειο και συζητούσαμε. Σε κάποια στιγμή που ο Μανώλης ήταν στραμμένος προς την Ακρόπολη, γυρίζει και μου λέει: “Λάκη, κοίταξε κει πάνω, κοίταξε να ιδείς τι γίνεται κει πάνω…”».
Αν δεν καταλάβατε, τα δισύλλαβα επώνυμά τους είναι Γλέζος και Σάντας. Ο αφηγητής κατάλαβε άριστα: «Κοιτάζω και βλέπω τη γερμανική σημαία που κυμάτιζε… Εγώ είχα κάνει μια μέρα, στην αρχή που οι Γερμανοί έβαλαν τη σημαία τους στην Ακρόπολη, τη σκέψη ότι ο Χίτλερ, κυρίαρχος του κόσμου τότε, θεωρούσε την Ακρόπολη, την κορυφαία έκφραση Πολιτισμού, ως την υπέρτατη κατάκτησή του, δεδομένης της αρχαιολατρίας του (θεωρίες Αριας φυλής κ.λπ.)».
Νεύματα χρειάζονταν οι παλιοί συμμαθητές και κολλητοί να συνεννοηθούν, όχι σχοινοτενείς αναλύσεις. «Γι’ αυτό και τοποθέτησε εκεί την πολεμική του σημαία, έχοντας την αίσθηση ότι είναι ο άρχων της Γης! Αυτομάτως, παίρνω τη σκέψη του Μανώλη και του λέω απότομα και με σιγουριά: “Ναι, έχεις δίκιο, αυτό είναι, αυτό πρέπει να κάνουμε, αν μπορούμε…”». Κανονικά, σύμφωνα με τη στοιχειώδη λογική, θα έπρεπε να προσγειώσει ο ένας τον άλλο, να του τονίσει ότι παραλογίζεται και να φωνάξει τους υπόλοιπους να τον συμμαζέψουν. Τόσο απλά!
Τηρουμένων των μεγεθών και των αναλογιών, επρόκειτο δίχως άλλο για αλητάμπουρες, για δυο τσογλάνια των συνοικισμών της πρωτεύουσας που ονειρεύονταν λευτεριά κι ένα δικαιότερο κόσμο, χωρίς να μπορούν να τον προσδιορίσουν καλά καλά. Η συνέχεια είναι γνωστή. Ενα μήνα αργότερα τούτα τα υπέροχα τσογλάνια κατατρόπωσαν και εξευτέλισαν μια αυτοκρατορία με περισσή αναίδεια, θράσος, θάρρος, αποφασιστικότητα και περιφρόνηση του κινδύνου που προσιδιάζουν στους τρελούς και τους επαναστάτες.
Αναφέρομαι ακόμα μια φορά σε ηρωικές μεταρσιώσεις, αποτίοντας ελάχιστη τιμή στη μνήμη του Απόστολου Σάντα, που σαν σήμερα το 2011 πήρε οριστικά τον δρόμο προς την επουράνια ουτοπία. Στην κηδεία του είχε την ατυχή έμπνευση να παρευρεθεί ο εν ενεργεία πρώτος μνημονιακός πρωθυπουργός. Είδαν κι έπαθαν οι άνδρες της προσωπικής του φρουράς να παρακάμψουν την οργή και τα «γιούχα» του πλήθους για τον μπάσουν στην εκκλησία.
Στον επικήδειο ο τελευταίος των Μοϊκανών Μανώλης Γλέζος πήρε ιδιότυπη εκδίκηση εν ονόματι της παλιοπαρέας του 4ου Γυμνασίου Αρρένων. «Ο Θόδωρος Ρεμουντάκης, ο Αντώνης Μοσχοβάκης, ο Λευτέρης Σελλάς, ο Γιώργος Λαμπής και όλοι οι άλλοι θα σε ρωτήσουν Λάκη, αν κερδίσαμε την ανεξαρτησία μας;» είπε. «Η απάντηση είναι “όχι”. Οι ολετήρες του έθνους έχουν υποδουλώσει τη χώρα στρατιωτικά, πολιτικά, οικονομικά και ηθικά» διαπίστωσε. Κόκαλο ο ΓΑΠ.
